ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΠΩΝΥΜΙΟΥ «ΠΑΡΔΙ» ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΟΥΡΟΥΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΗ ΑΡΧΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΙΤΟΥ

Γράφει ο Μιχάλης Γ. Βοσκάκης

Το χωριό Κουρούτες, το όνομα του οποίου παραπέμπει στους μυθικούς Κουρήτες, πολεμιστές αλλά και χορευτές, φύλακες του Δία στο Ιδαίον Άντρον, έχει αποδεδειγμένα και μακραίωνη ιστορία, αφού από τη δημοσίευση του πρωτοκόλλου του νοτάριου του Χάνδακα επί Βενετοκρατίας, Benvenuto De Brixano, προκύπτει ότι το έτος 1301 το χωριό ήδη υπήρχε.[ Δημήτρης Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις στο χαρακτήρα των οικισμών της Βυζαντινής Κρήτης». Πεπραγμένα 6ου Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Χανιά 1991, τ.Β’, σελ. 51-619.] Πέρα από την ονομασία των Κουρουτών, σημείο αναφοράς για το χωριό είναι και το πρινόδασος Παρδί, ένα από τα ωραιότερα της Κρήτης (βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του Ψηλορείτη σε υψόμετρο 1300 μ. και απόσταση 4χλμ περίπου από το χωριό), όχι μόνο εξαιτίας της ομορφιάς του τοπίου, αλλά και για το μικρό, καμαροσκέπαστο εκκλησάκι του 14ου αιώνα, αμφισβητούμενης αρχικής ονομασίας, το οποίο ήταν εγκαταλειμμένο και κατόπιν επισκευής του τη δεκαετία του 1960 αφιερώθηκε στη μνήμη του Αποστόλου Τίτου, μαθητή του Αποστόλου Παύλου και πρώτου Επισκόπου της Εκκλησίας της Κρήτης.
Με αφορμή ανάδειξη του ζητήματος της ετυμολογίας του τοπωνυμίου «Παρδί»[ Εμμανουήλ Σιγανός, ανάρτηση στην ιστοσελίδα επικοινωνίας των Αμαριωτών στο Facebook, 3-4-2021.], θα επιχειρήσω να διατυπώσω κάποιες απόψεις για την προέλευση της ονοματοδοσίας του μέρους αυτού, και επιπλέον να συμβάλω κατά το δυνατόν, ως γέννημα-θρέμμα των Κουρουτών, με πλήθος αναμνήσεων από την παιδική μου ηλικία και από την περιοχή αυτή, στη διερεύνηση της διακρίβωσης της αρχικής ονομασίας της εκκλησίας του Αγίου Τίτου.
Τα όσα θα αναφέρω παρακάτω, εμπεριέχουν κυρίως εκτιμήσεις και υποθέσεις, και λιγότερο αποδείξεις, τις οποίες ευελπιστώ ότι θα είναι σε θέση να μας προσφέρουν κάποια στιγμή άλλοι, περισσότερο ειδικοί από εμένα.

Α. Πιθανολογούμενη προέλευση της ονοματοδοσίας του τοπωνυμίου «Παρδί»

Πρέπει εξαρχής να διευκρινίσω ότι δεν έχω την πρόθεση να αμφισβητήσω την επισήμανση του κ. Εμμ. Σιγανού, στην από 3-4-2021 ανάρτησή του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, για τη σχέση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ της ονομασίας «Παρδί» και της έκφρασης PAR DI (στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι «η λέξη PAR DI είναι σανσκριτικής προέλευσης την πήραν οι Πέρσες στη θρησκεία τους και οι Εβραίοι και ονόμασαν έτσι τον Παράδεισο, από την οποία προέρχεται και η ελληνική λέξη παράδεισος αν δεν υπάρχει άλλη εξήγηση είναι πρωτοελληνική λέξη»). Άλλωστε, στην περιοχή Gujarat της Δυτικής Ινδίας, από την οποία προέρχεται η σανσκριτική γλώσσα, υπάρχει πόλη με την ονομασία Pardi (ορεινή περιοχή με την ονομασία Pardi υπάρχει και στην περιοχή του Erzurum της Ανατολικής Τουρκίας, πόλη γνωστή επί Βυζαντίου ως Θεοδοσιούπολη).
Θα προτείνω όμως και κάποιες άλλες εκδοχές. Πιο πιθανό θεωρώ το ενδεχόμενο η προέλευση της ονομασίας να προέρχεται από τη λέξη πάρδαλις (λεοπάρδαλη), που ανεξαρτήτως προέλευσης αναφέρεται από τον Όμηρο (8ος αι.π.Χ.), τόσο στην Ιλιάδα, «ηυτε παρδαλις εισι βαθειης εκ ξυλοχοιο», (Ραψ. Φ 573), όσο και στην Οδύσσεια, «αυταρ επειτα δρακων και παρδαλις ηδε μεγας συς», (Ραψ. Δ 457). Από τη λέξη αυτή προήλθε η λέξη πάρδος (λατιν. pardus), που είχε την έννοια κυρίως του αρσενικού πάνθηρα, αλλά εν τέλει και του αιλουροειδούς γενικά[greek-language.gr και Λεξικό αρχαίας ελληνικής γλώσσας Liddell-Scott, εκδόσεις Πελεκάνος, 2007.] και η οποία περιλαμβάνεται στο έπος του Διγενή Ακρίτα (12ος αι.), όπου αναφέρεται ότι ο πεθερός του Διγενή του έδωσε ως γαμήλιο δώρο «δώδεκα πάρδους διαλεκτούς, δοκιμασμένους πάνυ» (στιχ. 2260 χειρογρ. Άνδρου). Ακόμη και το 15ο αιώνα η λέξη πάρδος εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται στην Κρήτη, αφού περιλαμβάνεται στο ποίημα «Λόγοι Διδακτικοί» του Βενετοκρητικού Μαρίνου Φαλιέρου,[ Γεωργίου Θ. Ζώρα, «Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ ΦΑΛΙΕΡΟΣ-2.ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΙ», Κρητικά Χρονικά, τόμ. Β’, Ηράκλειο 1948, σελ.213-234.] «ειπεν, οπου εχει την καρδιαν ωσαν την εχει ο παρδος» (στιχ. 354).
Τι σχέση έχουν όμως τα αιλουροειδή με το Παρδί ;
Σίγουρα δεν περιμένει κάποιος που βρίσκεται εκεί να ξεπροβάλει μια λεοπάρδαλη πίσω ή και πάνω από τα δέντρα (μπορεί να σκαρφαλώνει), όμως, τουλάχιστον οι βοσκοί ξέρουν ότι υπάρχει και εκεί όπως και στο δάσος του Ρούβα, ακόμη και σήμερα, ένα άλλο αιλουροειδές, ο κρητικός αγριόγατος, έστω και σε περιορισμένο αριθμό [ Το 1996 δύο φοιτήτριες του Πανεπιστημίου της Perugia σε συνεργασία με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, έστησαν παγίδες κοντά στον Πλάτανο Αμαρίου και σε μια από αυτές πιάστηκε ένας αγριόγατος. ]. Άλλωστε, στην ευρύτερη περιοχή των Κουρουτών, προς την πλευρά του χωριού Άγιος Ιωάννης, υπάρχει τοπωνύμιο «Κάτσουλας» που υποδηλώνει ότι το μέρος αυτό πήρε την ονομασία του λόγω κάποιου αγριόγατου που είχε εμφανιστεί εκεί, παρά το χαμηλό υψόμετρο για τις συνήθεις συνθήκες διαβίωσής του.
Το στοιχείο όμως που πιστεύω ότι συνηγορεί καθοριστικά υπέρ της άποψης που διατυπώνω είναι ότι αν παρατηρήσει κάποιος προσεκτικά τη δορυφορική λήψη της περιοχής από το Παρδί και πάνω και ειδικότερα το νότιο μέρος της περιοχής που οριοθετείται από την εκκλησία του Αγίου Τίτου, το χωματόδρομο προς το ορειβατικό καταφύγιο στη θέση Τουμπωτός Πρίνος, το ίδιο το καταφύγιο, και τον Ψηλό Δέτη, όχι σε μεγάλο ύψος πάνω από την περιοχή της εκκλησίας, διαπιστώνει ότι το ανάγλυφο του εδάφους σχηματίζει την εικόνα ενός μικρού αιλουροειδούς!) (Παρακάτω σχετική φωτογραφία[ arxaiologikoktimatologio.gov.gr]).

Βέβαια, επειδή την εποχή των προγόνων μας δεν υπήρχαν δορυφόροι, θα πρέπει να εντοπίσουμε από ποιο σημείο του βουνού ο «σάντολος» παρατήρησε την εικόνα αυτή και «βάφτισε» το μέρος Παρδί.
Ως προς την εξοικείωση των κατοίκων με την εικόνα μεγάλων αιλουροειδών, ήδη από την αρχαιότητα φαίνεται ότι υπήρχε η εξοικείωση αυτή, αφού έχει βρεθεί νόμισμα της αρχαίας Συβρίτου, του 330 π.Χ. περίπου[ Wildwinds.com, Crete, Sybrita-Ancient Greek Coins.] που αντιγράφοντας γνωστή παράσταση που υπάρχει σε μωσαϊκά της Πέλλας και της Δήλου, απεικονίζει το θεό Διόνυσο καβάλα σε πάνθηρα, ενώ και στο μουσείο του Ρεθύμνου υπάρχει ειδώλιο με την ίδια παράσταση. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το 14ο αιώνα που κτίστηκε η εκκλησία στο Παρδί, οι βυζαντινοί, τις συνήθειες των οποίων τουλάχιστον κατά τα πρώτους αιώνες της Βενετοκρατίας (1211-1669) οι Κρητικοί ακολουθούσαν πιστά, όπως φαίνεται και από κτητορικές επιγραφές εκκλησιών αυτής της εποχής όπου γίνεται μνεία βυζαντινών αυτοκρατόρων που οι Κρητικοί θεωρούσαν ως φυσικούς ηγέτες τους, για το κυνήγι του λαγού και όχι μόνον χρησιμοποιούσαν και την παρακάτω μέθοδο, όπως τη διέσωσε ο Κωνσταντίνος ο Παντεχνής και περιλαμβάνεται και σε σύγγραμμα του Φαίδωνος Κουκουλέ[ Φαίδωνος Κουκουλέ, «Κυνηγετικά Εποχής Κομνηνών και Παλαιολόγων»,σελ.24-25. ]:
«… ο λαγός συνελαμβάνετο και υπό, των κατ’ αυτού εξαπολυομένων παρδάλεων, αίτινες τον εκτύπουν δια των προσθίων ποδών και λαμβάνουσαι έπειτα εκ του νωτιαίου σπονδύλου τον εσήκωναν υψηλά. Τότε επενέβαινεν ο παρδαλαγωγός, όστις εκ των όπισθεν ερχόμενος επίεζε τους μυκτήρας του θηρίου, το οποίον ούτως ηναγκάζετο ν’ ανοίξη το στόμα και ν’ αφήσει το θήραμα. Ως αμοιβή προσεφέρετο εις την πάρδαλιν αμέσως εντός ξύλινου σκουτελίου το αίμα του σφαγέντος λαγού και τινα εντοσθίων αυτού, απομακρυνομένου καταλλήλως έπειτα δια λακτίσματος του σκουτελίου. Εννοείται δ’ ότι η θέσις του κυνηγού δεν ήτο πολλάκις καθόλου ευχάριστος, διότι το θηρίον και ωργίζετο, οπότε, προς αποφυγήν δυσαρέστων, του έτεινεν ούτως την λεοντήν ή την βύρσαν την οποίαν περιεζώννυτο και την οποίαν τούτο κατέξαινε».
Η μέθοδος αυτή, με βάση την οποία προκύπτει και το νόημα του προαναφερόμενου στίχου του έπους του Διγενή, εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από τους αρχαίους Αιγυπτίους, με τη διαφορά ότι αυτοί χρησιμοποιούσαν γατόπαρδους (το γνωστό Τσίτα/Cheetah που όπως και η λεοπάρδαλη και ο κρητικός αγριόγατος ανήκει στην ίδια οικογένεια σαρκοφάγων θηλαστικών τις αιλουρίδες), τους οποίους εκπαίδευαν για κυνήγι, μαζί με σκυλιά που πρώτα ξετρύπωναν το θήραμα. Στη συνέχεια, αφού έλυναν τους γατόπαρδους και τους αφαιρούσαν την κουκούλα που τους είχαν φορέσει, οι γατόπαρδοι επιτίθονταν και συλλάμβαναν τη λεία[ Wikipedia.org, λήμμα: Γατόπαρδος.].
Από την αρχαιότητα, η Κρήτη είχε εμπορικές σχέσεις με την περιοχή της Δυτικής Μικράς Ασίας, κυρίως Μίλητο και Έφεσο[ Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας από τους τρεις κεντρικούς δρόμους της αρχαίας Εφέσου που εκτείνετα μεταξύ της Πύλης του Ηρακλή και της Βιβλιοθήκης του Κέλσου ονομάζεται οδός Κουρήτες (Οι Κουρήτες ήταν μια τάξη ιερέων και ιερειών στην Έφεσο), ephesusturkey.com.] (στην οποία οι Κρητικοί αρχιτέκτονες Χερσίφρων και Μεταγένης οικοδόμησαν τον αρχικό ναό της Αρτέμιδας), περιοχές που βρίσκονται κοντά στη Σμύρνη όπου ζούσε η ασιατική λεοπάρδαλη, αλλά και αργότερα κατά τα χρόνια της Βενετοκρατίας, είχε εμπορικές σχέσεις με το Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας (Μικρή Αρμενία), που βρισκόταν στην περιοχή πάνω από την Κύπρο βορειοδυτικά του κόλπου της Αλεξανδρέττας, τουλάχιστον μέχρι το 1375 που καταλύθηκε από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου. Το βασίλειο αυτό είχε στενές εμπορικές σχέσεις με τη Δύση, περιλαμβανομένης και της Βενετίας που κατείχε την Κρήτη εκείνη της εποχή. Και στην περιοχή αυτή ζούσε το ασιατικό υποείδος του γατόπαρδου.
Συνεπώς, δεν αποκλείεται κάποια από τα ζώα αυτά να είχαν μεταφερθεί στην Κρήτη από τις περιοχές αυτές για κυνηγετικούς ή άλλους λόγους, ίσως και από τους Αρμένιους που και μετά την εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά για την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες (961μ.Χ.) κατά καιρούς εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη (όπως άλλωστε μαρτυρούν και τα τρία χωριά με το όνομα «Αρμένοι» που υπάρχουν στο νησί). Είναι χαρακτηριστικό, ότι το έτος 1589 ο γενικός προβλεπτής Zuane Mocenigo έγραφε ότι οι Κρητικοί ταξιδεύουν σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο με όλων των ειδών τα πλοία και τα καΐκια και ότι έχει γίνει παροιμία όταν γεννιέται ένα παιδί από τις λαϊκές τάξεις να λέγεται ότι γεννιέται ένας ναυτικός[ Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Η Κρήτη στη διάρκεια της περιόδου της Βενετοκρατίας», Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός, Έκδοση Συνδέσμου Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων Κρήτης, έκδ. δεύτερη, 1988, τόμ. Β’, σελ.141-142.].
Στις 25-8-2021, ανήμερα της εορτής του Αγίου Τίτου, ευρισκόμενος στο Παρδί, φωτογράφησα την εκκλησία, αμέσως μετά τη λειτουργία, κάτι που είχα κάνει και άλλες φορές στο παρελθόν. Μια από τις φωτογραφίες, η οποία λήφθηκε ώρα 10:37, περιλαμβάνει και το μέρος της κόγχης του Ιερού Βήματος όπως φαίνεται από την πλευρά της αυλής. Η συγκεκριμένη φωτογραφία, εκ των υστέρων κίνησε το ενδιαφέρον μου, αφού μεγενθύνοντάς την και προσέχοντας τις λεπτομέρειες σχημάτισα την εντύπωση ότι πρόκειται για μια δυσδιάκριτη πλέον παράσταση, με τους πρωταγωνιστές κυνηγιού όπως περιγράφηκε παραπάνω, δηλαδή, ο κυνηγός (δεξιά στη φωτογραφία), ο σκύλος του (αριστερά στο κάτω μέρος), αλλά και το αιλουροειδές (αριστερά στο πάνω μέρος). Παρακάτω παραθέτω το επίμαχο μέρος της φωτογραφίας, καθώς και το σημείο που κατά την αντίληψή μου σχηματίζεται η μορφή του αιλουροειδούς (με διαφορετικό φωτισμό για να φαίνεται ευκρινέστερα), με την επισήμανση ότι απαιτείται επιτόπιος έλεγχος για να διαπιστωθεί αν πράγματι είναι σκηνή κυνηγιού ή αν πρόκειται για παιχνίδια του φωτός με την εξωτερική επιφάνεια του Ιερού Βήματος που είχαν σαν αποτέλεσμα το σχηματισμό μιας συναρπαστικής αλλά καθόλα τυχαίας εικόνας, αλλά και για το ενδεχόμενο, στην περίπτωση που επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται για τη συγκεκριμένη σκηνή, να υπάρχει κάποια ανάγλυφη παράσταση και στην άλλη πλευρά της εξωτερικής κόγχης του Ιερού, από την οποία όμως δεν διαθέτω κατάλληλη φωτογραφία η οποία να μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα.


Πιθανή λοιπόν εκδοχή της προέλευσης της ονομασίας του τοπωνυμίου «Παρδί» είναι η μορφή του μικρού αιλουροειδούς που σχηματίζει το ανάγλυφο του εδάφους στην περιοχή που βρίσκεται πάνω από την εκκλησία του Αγίου Τίτου, και σε δεύτερο επίπεδο η πιθανότητα οι Βενετοί ευγενείς, αλλά και Κρητικοί που κατάγονταν από Βυζαντινές οικογένειες και είχαν τη λεγόμενη Κρητική ευγένεια (Καλλέργηδες, Βαρούχες, κλπ), να κυνηγούσαν στα μέρη αυτά του Ψηλορείτη, χρησιμοποιώντας είτε λεοπαρδάλεις, κατά τη βυζαντινή πρακτική, είτε το πιθανότερο κατά την άποψή μου, γατόπαρδους, μικρής σχετικά ηλικίας και άρα μεγέθους, ώστε να είναι λιγότερο επικίνδυνοι για τους κυνηγούς, και το Παρδί να πήρε το όνομά του από παραφθορά της λέξης πάρδος, εξαιτίας αυτό του λόγου (δηλαδή, Παρδί = μικρός πάρδος (λεοπάρδαλη ή άλλο αιλουροειδές).
Η χρησιμοποίηση γατόπαρδων και κατά τη βυζαντινή εποχή δεν αποκλείεται, επειδή το ζώο αυτό είναι το γρηγορότερο χερσαίο ζώο στον πλανήτη και το μόνο αιλουροειδές που εξημερώνεται σχετικά εύκολα (οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν ως οικόσιτο ζώο). Το ότι η λέξη πάρδος δεν είχε μόνο την έννοια της λεοπάρδαλης εκείνη την εποχή προκύπτει και από ένα βυζαντινό εικονογραφημένο ποίημα του β’ μισού του 14ου αιώνα, τη «Διήγηση Τετραπόδων Ζώων», ο εικονογράφος του οποίου απεικονίζει τη λεοπάρδαλη ονομάζοντάς την λεοντόπαρδο, ενώ ως Πάρδο απεικονίζει το γατόπαρδο[ Hans Eideneier , Διήγησις των Τετραπόδων Ζώων», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016, σελ 169].

Μια άλλη περίπτωση προέλευσης της ονομασίας «Παρδί» ανάγεται στα αρχαία ακόμη χρόνια, δηλαδή θα μπορούσε να έχει προκύψει από την έκφραση «παρ’ Ιδη» που σημαίνει δίπλα ή και κοντά στην Ίδη (στην προκειμένη περίπτωση ο όρος έχει την έννοια της θέσης που βρίσκεται κάποιος (δίπλα ή κοντά στο βουνό), σε σχέση με την ψηλότερη κορφή του η οποία και σήμερα ονομάζεται Ίδα).
Μια ακόμη περίπτωση ονοματοδοσίας είναι αυτή που συνδέεται με την ερμηνεία που δίνεται στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας για το λήμμα παρδίο, επιφώνημα που προέρχεται από το Ιταλικό perdio (per Dio)[ greek-language.gr, Λεξικό της Μεσαιωνικής Δημώδους Γραμματείας.] που σημαίνει «για το Θεό!» Αν δεχτούμε την ερμηνεία αυτή, θα πρέπει μάλλον να δεχτούμε και ότι χτίστηκε πρώτα η εκκλησία και το όνομα «Παρδί» δόθηκε στην περιοχή μεταγενέστερα, κατά τους τελευταίους αιώνες της Βενετοκρατίας – από τη Βενετική Διοίκηση ή από κάποιο Βενετό που πιθανόν την είχε υπό την κατοχή του – λόγω ακριβώς της ύπαρξης της εκκλησίας, μιας και κατά το 14ο αιώνα που κτίστηκε η εκκλησία η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι Βενετοί ήταν τα λατινικά.

Β. Πιθανολογούμενη αρχική ονομασία της εκκλησίας (14ου αι.) που είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Αποστόλου Τίτου

Ξεκινώντας το δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου, θα δανειστώ δυο στίχους από ένα πολύ αξιόλογο ποίημα του συγχωριανού μου Νίκου Γ. Καπελώνη, το οποίο διασώζει τα τοπωνύμια των Κουρουτών:[ Νίκος Γεωρ. Καπελώνης, «ΚΟΥΡΟΥΘΙΑΝΟΙ ΜΟΥ ΤΟΠΟΙ», αναρτημένο στην ιστοσελίδα omospamari.gr/kourouthianoi-mou-topoi/ Έχει δημοσιευτεί και στην εφημερίδα «Αμαριώτικη Φωνή».]

«Και στο Παρδί μια εκκλησιά ειν’ αφιερωμένη
στον Άγιο Τίτο, μα παλιά στον Αϊ Βαρδή χτισμένη»


Και είναι αλήθεια ότι η προφορική παράδοση έχει διασώσει ότι η αρχική εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον «Άγιο Βαρδή», όπως επίσης έχει βάση η επισήμανση που μου έκανε ο Πρόεδρος του Συλλόγου Κουρουθιανών της Αθήνας Αντώνης Νουκάκης, έξω από την εκκλησία, ανήμερα του Αγίου Τίτου, ότι στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας δεν υπάρχει Άγιος με το όνομα Βαρδής, γεγονός που αγνοούσα μέχρι τότε.
Ερευνώντας περισσότερο το θέμα, διαπίστωσα ότι ναι μεν δεν υπάρχει Άγιος Βαρδής στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, υπάρχει όμως Άγιος Βαρντάν[ Το όνομα Βαρντάν ή Βαρδάν εξελληνίστηκε από Αρμένιους ή εξαιτίας Αρμενίων που είχαν ενσωματωθεί στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Αρκετοί από όσους έφεραν αυτό το όνομα στο Βυζάντιο κατείχαν υψηλές θέσεις. ], ο οποίος εορτάζεται από την επίσημη Αρμενική Εκκλησία (πρόκειται για τον Βαρντάν Μαμικονιάν ηγέτη και μάρτυρα του αρμενικού στρατού που σκοτώθηκε στη μάχη του Αβαράιρ κατά των Περσών το 451μ.Χ. που διασφάλισε την παραμονή των Αρμενίων στο Χριστιανισμό, το ίδιο έτος που πραγματοποιήθηκε στη Χαλκηδόνα η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος).
Θα μπορούσε λοιπόν ο Άγιος Τίτος να ήταν κάποτε αρμενική εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Βαρντάν;
Φυσικά δεν αποκλείεται εντελώς να πρόκειται για εκκλησία που έφτιαξαν για τις λατρευτικές τους ανάγκες, είτε Αρμένιοι στρατιώτες που παρέμειναν στην Κρήτη μετά την ανακατάληψή της από το Νικηφόρο Φωκά, είτε άλλοι Αρμένιοι που κατά καιρούς μετανάστευσαν στην Κρήτη. Σύμφωνα με το Νικόλαο Τωμαδάκη, από δύο έγγραφα του 1363 γίνεται γνωστή η απόφαση της Βενετίας να δεχτεί στην Κρήτη Αρμενίους από της Αρμενία και τον Πόντο[ armenianportal.gr, «Οι Αρμένιοι στη Κρήτη»,16-10-2012.]. Επίσης, το 1414, περίοδο όμως που είχε κτιστεί ήδη η εκκλησία, η Ενετική Γερουσία ζητά από τη Διοίκηση της Κρήτης να υποδεχθεί και να οργανώσει την άφιξη 80 οικογενειών Αρμενίων από την Τραπεζούντα[ Ipy.gr, «Οι Αρμένιοι στην Κρήτη και ο ναός τους στο Ηράκλειο»,16-5-2019.]. Θεωρητικά θα μπορούσε να πρόκειται και για ναό που είχαν κτίσει Βενετοί άποικοι, άρα αρχικά τουλάχιστον να ανήκε στο Καθολικό δόγμα.
Αυτές όμως οι εκδοχές δεν φαίνεται να συγκεντρώνουν πολλές πιθανότητες, επειδή, εξ όσων γνωρίζω, οι γνωστές αρμενικές και βενετικές εκκλησίες της περιόδου της βενετοκρατίας βρίσκονταν στις πόλεις, λόγω του ότι δεν υπήρχε τόσο μεγάλος αριθμός Αρμενίων στην ύπαιθρο σε σχέση με το γενικό πληθυσμό – αν εξαιρέσουμε χωριά ή τοπωνύμια που εμφανώς παραπέμπουν σε Αρμένιους – αλλά και οι Καθολικοί ζούσαν κυρίως στις πόλεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Jacopo Foscarini, γενικός προβλεπτής των Βενετών στην Κρήτη, αργότερα ( 16ο αι.), γράφει ότι οι παλιοί Ενετοί «έχουν ξεχάσει εντελώς την ιταλική γλώσσα και, επειδή δεν υπάρχει σε κανένα χωριό του νησιού η δυνατότητα να λειτουργούν σύμφωνα με το λατινικό δόγμα, είναι αναγκασμένοι μένοντας στο χωριό… να βαφτίζουν τα παιδιά τους, να παντρεύονται και να θάβουν τους νεκρούς τους, σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα και τα ελληνικά έθιμα…»[ Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Η Κρήτη στη διάρκεια της περιόδου της Βενετοκρατίας», Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός, Έκδοση Συνδέσμου Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων Κρήτης, έκδ. δεύτερη, 1988, τόμ. Β’, σελ.151.].
Στο πλαίσιο αυτό, επειδή η προφορική παράδοση που έχει φτάσει έως τις μέρες μας και αφορά στο όνομα Άγιος Βαρδής που φέρεται να είχε η εκκλησία δεν μπορεί να παραγνωριστεί , θεωρώ ότι θα πρέπει να τη λάβουμε υπόψη μας και να εξετάσουμε το θέμα υπό το πρίσμα ότι έστω κάποιος σπόρος αλήθειας πρέπει να υπάρχει σ’ αυτήν.
Κατά την άποψή μου, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα η εκκλησία να έφερε την ονομασία «Άγιος Γεώργιος ο Βάρδας», για κάποιους από τους παρακάτω λόγους:
Τουλάχιστον μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, με το προσωνύμιο Βάρδας, υπήρξε διαπιστωμένα στην Κρήτη κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας. Πρόκειται για το ναό του Αγίου Γεωργίου που υπήρχε στο Χάνδακα (στη σημερινή οδό Ζωγράφου του Ηρακλείου), κοντά στην πύλη του Αγίου Γεωργίου και τον προμαχώνα Vituri. Η εκκλησία αυτή απεικονίζεται με τον αριθμό 46 και το όνομα «S. Zorgi Varda», σε χάρτη που σχεδίασε το 1667 (2 χρόνια πριν τη συμφωνία παράδοσης του Χάνδακα στους Τούρκους), ο Ελβετός στρατηγός του πυροβολικού υπό την ηγεσία των Βενετών, Werdmuller[ Λιάνα Σταρίδα, «ΥΠΗΡΧΕ ΜΙΑ ΠΟΛΗ…, Τα θρησκευτικά μνημεία του Μεγάλου Κάστρου», Εκδόσεις Ίτανος, Ηράκλειο 2016, σελ.34-35.].
Επίσης, ακόμη και σήμερα, υπάρχει βυζαντινή εκκλησία Άγιος Γεώργιος ο Βάρδας, με κτητορική επιγραφή του έτους 1290, στην Απολακκιά της Ρόδου[ rhodesguide.com, «Απολακκιά, Χωριά και θέρετρα της Ρόδου»]. Η εκκλησία αυτή έχει κοινά στοιχεία στη μορφή με την εκκλησία του Αγίου Τίτου στο Παρδί.
Το προσωνύμιο «Βάρδας» είναι ένα από τα πολλά προσωνύμια που φέρει ο Άγιος Γεώργιος (πάνω από 50), και κατά πάσα πιθανότητα δεν προέρχεται στην περίπτωση αυτή από το αρμενικό όνομα Βαρντάν, αλλά από το ρήμα της Βενετικής διαλέκτου Vardar, που σημαίνει προσέχω, φυλάω, φρουρώ . Συνεπώς, Βάρδας είναι ο φύλακας, ο φρουρός!
Εξ ου και η λέξη βάρδια, που και αυτή είναι βενετική και σημαίνει είμαι στο πόστο μου, σε επιφυλακή. Ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, στο αφηγηματικό ποίημα του «Ο Κρητικος Πόλεμος»[ Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, «Ο Κρητικός Πόλεμος», έκδοση κριτική-εισαγωγή-επιμέλεια: Α.Ν. Νενεδάκης, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1979. ], που γράφτηκε μεταξύ 1669 και 1677, αναφέρει: «βάρδιες είχανε παντού Τούρκοι να μην περάσουν» (στίχ. 154).

Τι μπορεί να φρουρούσε ο Άγιος Γεώργιος ο Βάρδας, στο Παρδί;

1.Το ίδιο το χωριό των Κουρουτών και τα όριά του, αφού βρίσκεται ψηλά πάνω απ’ αυτό, βορειοανατολικά, στο κουρουθιανό αόρη.
Ένας από τους πολλούς χαρακτηρισμούς που οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας έχουν αποδώσει στον Άγιο Γεώργιο είναι και «μέγας οροφύλαξ»[ Χρήστος Σ. Γαρνάβος, «Ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος», Εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα 2004.], λέξη που στην αρχαία ελληνική γλώσσα σημαίνει φύλακας των συνόρων και αυτός που διαφυλάσσει τα όρια. Οι Βενετοί, από την αρχή της κατάκτησης του νησιού είχαν κατασκευάσει μικρούς πύργους, τις λεγόμενες βίγλες (σκοπιές-παρατηρητήρια), κυρίως κοντά στις ακτές, αλλά και σε άλλα σημεία. Στις αρχές του 14ου αι. άλλαξαν τη διοικητική οργάνωση της Κρήτης και τη χώρισαν σε τέσσερα διοικητικά διαμερίσματα (territori) αντί για έξι διαμερίσματα (sestieri) που ήταν προηγουμένως, που αντιστοιχούν περίπου με τα σημερινά όρια των Νομών της Κρήτης. Επειδή το Παρδί βρισκόταν στα ανατολικά όρια του διαμερίσματος του Ρεθύμνου και όπως διαπιστώνεται από χάρτες της εποχής βρισκόταν στα όρια του διαμερίσματος του Χάνδακα ή κοντά σε αυτά, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι εκεί βρισκόταν εκτός από την εκκλησία και μια από τις βίγλες των Ενετών. Στην περίπτωση αυτή, η επιλογή της ονοματοδοσίας της εκκλησίας (Άγιος Γεώργιος ο φρουρός) μπορεί να έγινε και με βάση το κριτήριο αυτό, δηλαδή ότι το μέρος ήταν ήδη σκοπιά κατά την περίοδο ανέγερσης της εκκλησίας.

2.Τους βοσκούς, τα πρόβατα και τις αίγες τους.
Ο Άγιος Γεώργιος, εκτός από και στρατιωτικός – ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού – και προστάτης των γεωργών (το δηλώνει το όνομά του), θεωρείται και προστάτης των κτηνοτρόφων, αφού η ημέρα που τιμάται η μνήμη του (23 Απριλίου) συμπίπτει με την εποχή που έπρεπε να αφήσουν τα χειμαδιά τους και να ανεβούν στα βουνά[ ypaithros.gr , “Οι Άγιοι προστάτες των αγροτών και άλλων επαγγελμάτων(Λίστα)», 12-1-2018.]. Η εορτή του Αγίου μέσα στην πασχαλινή περίοδο δίνει την ευκαιρία για ένα ανοιξιάτικο πανηγυρισμό στα παλιά εξωκλήσια και τις στάνες των κτηνοτρόφων, με προσφορά γαλακτερών στους επισκέπτες[ Το έθιμο αυτό επιβιώνει ακόμη και σήμερα στην Ασή Γωνιά Χανίων και πραγματοποιείται κάθε χρόνο στις 23 Απριλίου, στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου του Γαλατά.] και σφάξιμο ζώων προς τιμή του Αγίου[protothema.gr , «Αγίου Γεωργίου 2021-Γιατί είναι “κινητή” γιορτή, πότε “πέφτει” φέτος»,23-4-2021]. Οι τελετές θυσίας ζώων είναι αρχαιοελληνικό έθιμο που διατηρήθηκε σε πολλές περιοχές ακόμα και μετά τον εκχριστιανισμό των Ελλήνων. Μάλιστα συνδυάστηκαν με εορτές Αγίων κατά τη Βυζαντινή περίοδο, παρά τις απαγορεύσεις της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας. Το έθιμο συνεχίστηκε και επί Τουρκοκρατίας, με την ονομασία Κουρμπάνι (από την τουρκική λέξη kurban)[ el.m.wikipedia.org , «Κουρμπάνι».].

3.Τους κυνηγούς που ανέβαιναν στην περιοχή αυτή για να κυνηγήσουν.
(Η επαλήθευση της σκηνής του κυνηγιού στο εξωτερικό του Ιερού Βήματος της εκκλησίας του Αγίου Τίτου θα συνιστά την καλύτερη απόδειξη.)

4.Το τρεχούμενο νερό που υπάρχει λίγο πιο κάτω από την εκκλησία.
Ο Άγιος Γεώργιος έχει σχέση με το πόσιμο νερό της πηγής. Μην ξεχνάμε τον πιο γνωστό θρύλο από τα κατορθώματά του, τη δρακοντοκτονία. Ο Άγιος σκότωσε ένα δράκο που φυλούσε το νερό μιας πηγής και εμπόδιζε την ύδρευση κάποιου χωριού. Ο δράκος άφηνε το νερό να τρέξει μόνο όταν έβρισκε κάποιον άνθρωπο να φάει. Η δρακοντοκτονία δεν αναφέρεται στους αρχικούς Βίους του Αγίου (ο Άγιος Ανδρέας ο Κρητικός έγραψε βιογραφία του Αγίου Γεωργίου), γι’ αυτό και μέχρι το 12ο αι. η εκκλησιαστική εικονογραφία τον παρουσιάζει πεζό και όχι επί λευκού αλόγου που διαπερνά με το δόρυ του το δράκο, όπως επικράτησε να εικονίζεται αργότερα. Ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης θεώρησε τη δρακοντοκτονία ως αναβίωση του αρχαίου μύθου του Περσέα που έσωσε την Ανδρομέδα από το τέρας.
Ο Jacobus de Voragine, αρχιεπίσκοπος της Γένοβας τον 13Ο αι. βοήθησε στην προώθηση του θρύλου του δράκου με τη δημοσίευση του “The Golden Legend” γύρω στα 1260. Μέχρι το 14ο αι. ο “Golden Legend” είχε γίνει ένα από τα πιο δημοφιλή θρησκευτικά έργα του Μεσαίωνα[ choratouaxoritou.gr , «Θρύλοι, σύμβολα και συμβολισμοί για τον Άγιο Γεώργιο, τον “ιππότη της Χριστιανοσύνης”.].
Η λατρεία του Αγίου Γεωργίου ως δρακοντοκτόνου εξαπλώθηκε στον ελλαδικό χώρο τον 14ο αι. (δηλαδή την περίοδο που κτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Τίτου), ενώ για το Βυζάντιο καθιερώθηκε ως δρακοντοκτόνος τον 11ο αι.[ ekklisiaonline.gr , Μ. Χατζηγιάννης, «Για τη δρακοντοκτονία του Αγίου Γεωργίου – Σκότωσε όντως δράκο ο άγιος Γεώργιος; , 2-5-2016.] Κατά το 15ο αι. ο Άγιος Γεώργιος είχε γίνει τόσο δημοφιλής στην Ευρώπη με αποτέλεσμα η γιορτή του να είναι ίση σε σημασία και δημοφιλία με αυτή των Χριστουγέννων[ choratouaxoritou.gr , «Θρύλοι, σύμβολα και συμβολισμοί για τον Άγιο Γεώργιο, τον “ιππότη της Χριστιανοσύνης”.].

Το πώς το Βάρδας έφτασε μέχρι τις μέρες μας ως Βαρδής δεν είναι δύσκολο να το υποθέσουμε, αφού μεσολάβησαν αρκετοί αιώνες από το κτίσιμο της εκκλησίας, οι Βενετοί έφυγαν και ξεχάστηκε η όποια γνώση της γλώσσας τους από τον κρητικό πληθυσμό, ενώ όπως φαίνεται η εκκλησία κάποια στιγμή εγκαταλείφθηκε, είτε την εποχή της Τουρκοκρατίας, αλλά ίσως και πολύ νωρίτερα, ακόμα και λίγα χρόνια μετά την ανέγερσή της. Αν δεν είχε εγκαταλειφθεί, το όνομα θα είχε φτάσει με σιγουριά έως τις μέρες μας και δεν θα υπήρχαν αμφισβητήσεις ως προς την αρχική ονομασία.
Μην ξεχνάμε ότι κατά καιρούς οι εκάστοτε κατακτητές της Κρήτης φρόντιζαν να επιβάλουν περιορισμούς στον ελληνικό πληθυσμό ως προς τις δραστηριότητές του στα κρητικά βουνά από φόβο τυχόν υποστήριξης των επαναστατών που έχοντας σαν ορμητήριό τους τις σπηλιές και τα σπηλαιοβάραθρα (τάφκους) των βουνών αυτών δεν άφηναν σε ησυχία τους κατακτητές. Έτσι, αυτή η πρακτική, εκτός ότι ακολουθήθηκε επί γερμανικής κατοχής για τους αντάρτες (είχαν βγάλει διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν η άνοδος των ντόπιων στα βουνά πάνω από ένα ορισμένο υψόμετρο), είχε ακολουθηθεί και επί Τουρκοκρατίας από το φόβο για τους χαϊνηδες, γνωστούς και ως «καλησπέρηδες», αλλά και επί Βενετοκρατίας, ειδικά μετά τη λήξη της επανάστασης των Καλλεργών (1364 -1367), πάρθηκαν πολύ σκληρά μέτρα.
Όπως γράφει ο Στέφανος Ξανθουδίδης[ Στέφανος Ξανθουδίδης, «Η Ενετοκρατία εν Κρήτη»,σελ.106-110.] «Ο προβλεπτής Ιουστινιάνης εισβάλει εις Σιβρύτους[ Κατά τον Ξανθουδίδη, «Επάνω Σίβρυτος = Αμάρι, Κάτω Σίβρυτος = Άγιος Βασίλειος». ], όπου είχον οχυρωθεί οι επαναστάται υπό τον Ιωάννην Καλλέργην και τον αδελφόν του Γεώργιον γενομένης μάχης ηττώνται οι επαναστάται, φονεύονται περί τους 150, καταλαμβάνονται τα οχυρώματά των και το διαμέρισμα υποτάσσεται εις τον προβλεπτήν». Αν και ο Ξανθουδίδης αναφέρει ότι ένα από τα μέτρα που πήραν οι Βενετοί μετά την κατάπνιξη της επανάστασης των Καλλεργών ήταν «η εκκένωσις και ερήμωσις των τριών ορεινών και οχυρών διαμερισμάτων ήτοι του Λασιθίου, της Ελευθέρνης εν Μυλοποτάμω και της Ανωπόλεως Σφακίων», δεν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η περιοχή του Αμαρίου έμεινε εκτός των μέτρων αυτών, αφού είχε προηγηθεί η μάχη της Σιβρύτου.
Ο Ξανθουδίδης συνεχίζει περιγράφοντας με γλαφυρό αλλά και συγκινητικό τρόπο τα σκληρά μέτρα των Βενετών κατά των επαναστατημένων περιοχών: «Ηρήμωσαν όθεν χάριν της ειρήνης αυτά, δια να επαληθεύση το του ιστορικού Τακίτου ρητόν, “ερημον ποιούσι και ειρήνην τούτο καλούσιν, ubi solitudinem faciunt, pacem appellant”. Διάταγμα της δημοκρατίας επέβαλε με πρωτοφανή σκληρότητα και αυστηρότητα την ερήμωσιν των μερών αυτών. Οι κάτοικοι εξετοπίσθησαν εκείθεν πανοικεί μετα της κινητής των περιουσίας, αι οικίαι εκ θεμελίων εκρημνίσθησαν, επί ποινή δε αποκοπής του ποδός απηγορεύθη όχι μόνον η μετάβασις, η διαμονή και η καλλιέργεια αλλά και η βοσκή ζώων εις τα οροπέδια και τας πέριξ κλιτύας. 1) Επί εκατόν έτη ετηρήθη αυστηρότατα η απαγόρευσις …». Αλλά και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος αναφέρει ότι «επί μήνας ενεργείτο αληθές ανθρωποκυνήγιον εις σπήλαια, φαράγγας, δάση και ακρωρείας…» και «Τα δένδρα, αντί καρπών, έφερον επαναστάτας απηγχονισμένους, το αίμα έρρεε παντού και θρήνος μέγας διέτρεχε την Κρήτην από άκρου εις άκρον»[Ζαμπέλιου και Κριτοβουλίδου: Ιστορία των επαναστάσεων της Κρήτης (επανέκδ. Αφών Βαρδινογιάννη), Αθήναι 1971, σελ.219-220. ].
Αυτή ήταν η τελευταία μεγάλη εξέγερση των Κρητικών απέναντι στους Βενετούς.
Δεν αποκλείεται λοιπόν, μετά από αυτά τα γεγονότα να απαγορεύτηκε η πρόσβαση στην ευρύτερη περιοχή του Ψηλορείτη, αφού εκτός από τα οροπέδια (π.χ. Νίδα) η απαγόρευση αφορούσε και τις γύρω πλαγιές, και με δεδομένο – όπως προανέφερα – ότι η περιοχή της Συβρίτου υπήρξε ένα από τα θέρετρα της επανάστασης. Για το λόγο αυτό, η περιοχή ερημώθηκε για τα επόμενα εκατό χρόνια, η εκκλησία λόγω της εγκατάλειψης υπέστη ζημιές και δεν ακούστηκε πια ψαλμωδία στο εσωτερικό της, παρά μόνο μετά την επισκευή της τη σύγχρονη εποχή με πρωτοβουλία του εκλεκτού Κουρουθιανού, πολύ αξιόλογου γλύπτη, Μανώλη Νουκάκη, αλλά και «εργασίαις απάντων των κατοίκων της κοινότητας Κουρουτών», όπως αναφέρεται στην επιγραφή που υπάρχει στο υπέρθυρο της εκκλησίας.
Το 2006, στο πλαίσιο του Ι’ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου που έγινε στα Χανιά, οι τότε καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Δημήτρης Τσουγκαράκης και Ελένη Αγγελομάτη, παρουσίασαν εργασία τους, με θέμα: «Η απογραφή των εκκλησιών και των μονών της Κρήτης (1635-1637)[ Δημήτριος Τσουγκαράκης & Ελένη Αγγελομάτη, «Η απογραφή των εκκλησιών και των μονών της Κρήτης (1635-1637), Πεπραγμένα Ι’ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά 1-8 Οκτωβρ. 2006), τ.Β/1, Χανιά 2010, σελ. 125-148). ]. Η εργασία αυτή αφορούσε σε απογραφή των Ορθόδοξων εκκλησιών της Κρήτης που σώζεται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Τα αριθμητικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν για την περιοχή του Αμαρίου ήταν 137 ναοί και 6 μονές συνολικά. Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν διαθέσιμα και αναλυτικά στοιχεία καταγραφής των εκκλησιών ανά περιοχή του Αμαρίου, τα οποία πάντως δεν έχω διαπιστώσει να δημοσιεύτηκαν στα πρακτικά του συνεδρίου, στην περίπτωση όμως που υπάρχουν και σε αυτά δεν περιλαμβάνεται η εκκλησία στο Παρδί, τότε, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται για εκ παραδρομής παράλειψη των απογραφέων ή δεν επαληθεύονται οι περιορισμένες όπως είπαμε πιθανότητες να επρόκειτο για Αρμενική ή Καθολική εκκλησία (στα αρχεία της Βενετίας θα πρέπει να υπάρχει και απογραφή/ές για τις εκκλησίες του Καθολικού δόγματος και ίσως και για τις Αρμενικές), αυτό θα αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η εκκλησία είχε εγκαταλειφθεί κατά την περίοδο που διενεργήθηκε η απογραφή.
Κλείνοντας, διατυπώνω την ευχή να δοθεί οριστική απάντηση στο ερώτημα της προέλευσης της ονομασίας της περιοχής και της αρχικής εκκλησίας στο Παρδί, ίσως μέσω της ανεύρεσης νέων γραπτών πηγών που φαντάζομαι ότι μπορεί να προέλθουν κυρίως από τα αρχεία της Βενετίας. Αυτό που έχει σημασία είναι να μάθουμε τι πραγματικά ισχύει, ανεξαρτήτως εάν θα επιβεβαιωθούν ή όχι οι θεωρίες που διατυπώνω στο παρόν άρθρο, όχι ως ειδικός, αλλά απλώς και μόνο κάνοντας χρήση του δικαιώματος που έχει κάθε άνθρωπος να εκφέρει ελεύθερα άποψη για θέματα που τον ενδιαφέρουν.
Παραθέτω και μερικούς αφιερωματικούς στίχους που έχω γράψει για το…

ΠΑΡΔΙ

Παρδί με τα μιτάτα σου, τσι πρίνους, το Νταφκάκι
κι ο Άγιος Τίτος σου βαστά κουρουθιανό λυράκι.
Και παίζει λύρα που και που, τ’ αγρίμια να μερώσει
και του διαβάτη την ψυχή γιαμιάς να μαλακώσει.
Γροίκα το γάργαρο νερό, στην εκκλησά από κάτω
που συχνοσυντονίζεται στα λέρια των προβάτω.
Κι αν τη γαλήνη αναζητάς να βρεις με κάθε τρόπο
ειν’ απαραίτητο να βγεις εις του Παρδιού τον τόπο!

 

Αριθμός Προβολών: 657