ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΑΜΑΡΙ

 

Πότε θα κάνει ξαστεριά να λήξη η καραντίνα

να πάρω την βαλίτσα μου να φύγω απ’ την Αθήνα.

 

Να κατέβω στον Πειραιά να πάρω το καράβι

να ταξιδέψω να βρεθώ εις τα Χανιά το βράδυ.

 

Πίνω στην Σούδα τον καφέ ο νους να ξεθολώσει

για να βρεθώ στο Ρέθυμνο προτού να ξημερώσει.

 

Ν’ αράξω στο σπιτάκι μου που είναι στα περβόλια

να κάτσω να ξεκουραστώ να κοιμηθώ μία ώρα.

 

Σαν ξημερώσει ο Θεός κι ο ήλιος θα ροδίσει

παίρνω καφέ και πρωινό στο μαγαζί του Ζήση.

 

Μετ’ αυτοκινητάκι μου πάω για το Χωριό μου

στο σπίτι το περβόλι μου τους τάφους των γονιών μου.

 

Άμα περάσω τις Πρασσές για λίγο θα σταθμεύσω

Μετά του Παπαδόσηφου το φράγμα ν’ αγναντέψω.

 

Να δω τριγύρω τα χωριά Μύρθιο Πατσώ Βολιώνες

στην μέση την Παντάνασσα μέσα στους Ελαιώνες.

 

Είμαι απ’ την Παντάνασσα και το ‘χω και καμάρι

γιατί είναι τ’ ομορφότερο Χωριό σ’ όλο το Αμάρι.

 

Κατηφορίζω να βρεθώ στο «Φράγμα» την ταβέρνα

Του Χαροκόπου του Μαρκή να του φωνάξω κέρνα.

 

Καλή ρακή καλό κρασί και καπνιστό απάκι

θα φτιάξει και η Φωτεινή κανένα μεζεδάκι.

 

Κάνω μία βόλτα βιαστικά γύρω από το φράγμα

μπαίνω και στο «Γιδόσπιτο» μπας κι έχει ψήσει πράμα.

 

Εις την Αγία Κυριακή θε να σταθώ λιγάκι

ένα λεπτό στη Χάρη της ν’ ανάψω ένα κεράκι.

 

Στην Ελεούσα θα βρεθώ στη ρίζα του Κοτσίφη

αν συναντήσω του Παυλή θα φάμε κανά ρίφι.

 

Θ’ ανάψω το κεράκι μου και εις την Ελεούσα

όποτε την Χρειάστηκα την έβλεπα παρούσα.

 

Η μέρα μεσημέριασε φεύγω για το Χωριό μου

να κάτσω να ξεκουραστώ στο πατρογονικό μου.

 

Κλειστά τα σπίτια στο Χωριό και έρημες οι στράτες

πεντέξη γράδες συναντώ και μία ντουζίνα γάτες.

 

Δύο μέρες τρεις χρειάζομαι λίγο, να συγυρίσω

κι ύστερα όλα τα χωριά στ’ Αμάρι θα γυρίσω.

 

Έχ’ ερημώσει το χωριό δεν έχει καφενείο

η εκκλησιά ναι κλειστή και το Νεκροταφείο.

 

Η πρώτη μου η κίνηση σαν μπήκα στο Χωριό μου

τα καντηλάκια άναψα στους τάφους των γονιών μου.

 

Κάποτε είχε το χωριό, σχολεία, καφενεία,

τώρα Χειμώνα μοναξιά και νεκρική ησυχία.

 

Στον τόπο που χω γεννηθεί έρχομαι και αράζω

ούτε με τον παράδεισο νομίζω δεν τ’ αλλάζω.

 

Σεριάνι σ’ όλα τα χωριά στ’ Αμάρι θα γυρίσω

αέρα Αμαριώτικο τα στήθια να γεμίσω.

 

Απ’ τσ’ Αποστόλους ξεκινώ Γέννα κατηφορίζω

απ’ την Αγία Φωτεινή που όλους τους γνωρίζω.

 

Πάνω στην διασταύρωση ένα καφενεδάκι

του φίλου μου του πετεινού του Νίκου Νεονάκη.

 

Εκεί θα πάρω ένα καφέ παρέα ή και μόνος

παίρνω τον δρόμο αριστερά και πάω για το Θρόνος.

 

Απ’ το Κλεισίδι δεξιά περνώ του Καλογέρου

στην Ασωμάτων τη σχολή στο Πάνακρο με ξέρουν.

 

Θα κάνω μια παράκαμψη να πάω για τ’ Αμάρι

Μοναστηράκι Οψυγιά και θα γυρίσω πάλι.

 

Από την διασταύρωση στην Βισταγή θα πάω

εις τα Πλατάνια τον καφέ στους συγγενείς κερνάω.

 

Γυρίζω από τον Αφρατέ μπαίνω στο Πετροχώρι

και πάω για τον Φουρφουρά που ‘ναι Κεφαλοχώρι.

 

Μία μικρή παρένθεση ξέχασα του Λαμπιώτες

άνθρωπο δεν συνάντησα μόνο πεντέξη κόττες.

 

Μία στάση εις το Φουρφουρά να φάω ένα κουλούρι

στου φούρναρη του Δημητρού που έχει καλαμπούρι.

 

Το δρόμο για την Νιθαυρη Κουρούτες Αποδούλου

τα μάτια δεν χορταίνουνε την ομορφιά του τρούλου.

 

Για Πλάτανο συνέχεια στον Λοχρία θα στρίψω

στου Ψηλορείτη την κορφή θ’ ανέβω να βιγλίσω.

 

Στην εκκλησιά στην Κορφή ένα κερί θ’ ανάψω

σε καμιά πέτρα βολική να διπλωθώ να κάτσω.

 

Επήρα τις ανάσες μου ήπια και το νερό μου

και πήρα τον κατήφορο για τ’ αυτοκίνητό μου.

 

Φεύγω και αποχαιρετώ τον γέρο Ψηλορείτη

και γύρω γύρω τις κορφές απ’ τα βουνά της Κρήτης.

 

Ανάμεσα σε Πλάτανο και Λοχριά προβάλει

Ο Άρδακτος με τις ελιές και τα περίσσια κάλλη.

 

Ο Βαθιακός απέμεινε που βρίσκεται στο βάθος

μικρά χωριά της Αμπαδιάς μπορεί να κάνω λάθος.

 

Δεξιά στην διασταύρωση πριν φθάσομε στις Μάντρες

πάω στου Κέντρου τα Χωριά με τους λεβέντες άντρες.

 

Πάμε Αγιά Παρασκευή δίπλα ο Αι Γιάννης

Σάττα Δρύγες και Ρίζικας σε λίγο χρόνο φτάνεις.

 

Κάνετε ενός λεπτού σιγή οι μνήμες ζωντανεύουν

έξι ηρωικά χωριά τις μνήμες μας σαλεύουν.

 

Παντού μνημεία με νεκρούς και μαυροφορεμένες

τα θύματα του Ναζισμού με μνήμες δοξασμένες.

 

Το Άνω μέρος οι Σμιλές, Βρύσες, Μοναστηράκι

το Γερακάρι ακολουθεί μαζί με το Καρδάκι.

 

Υπάρχει κι έβδομο χωριό είναι η Κρύα Βρύση

όπως και τ’ άλλα οι Ναζί το είχαν αφανίσει.

 

Στο Γερακάρι θα σταθώ λίγο να ηρεμήσω

στην εκατόμβη των νεκρών έρχονται μνήμες πίσω.

 

Τέρατα ανθρωπόμορφα του ναζισμού τα κτήνη

γέρους ανάπηρους παιδιά πράμα δεν είχε μείνει.

 

Για άλλους είναι παρελθόν έχουνε πια περάσει

σ’ ογδόντα χρόνια δεν μπορεί κανείς να τα ξεχάσει.

 

Δεν θέλω να μακρηγορώ παίρνω το δρόμο ίσια

για τις Ελένες να βρεθώ και εις τα Μεσονήσια.

 

Μετά ένα δεκάλεπτο στον Μέρωνα θα φτάσω

στις βρύσες του να πιώ νερό λίγο να ξεδιψάσω.

 

Μετά από τον Μέρωνα πήρα την κατηφόρα

εις την Αγία Φωτεινή φθάνω σε λίγη ώρα.

 

Φεύγω βολίδα στο Χωριό για την Πατσό θα πάω

και κατ’ ευθεία στον «Δρυμό» κάτι να βρω να φάω.

 

Έχει καλό αντικριστό κρασί και μεζεδάκια

καλή παρέα συντροφιά κι ωραία τραγουδάκια.

 

Τέλος η περιπέτεια γύρισα στο Χωριό μου

αυτή τη μέρα έζησα εις τον παράδεισό μου.

 

Ανάμεσα σε δυο βουνά Κέντρος και Ψηλορείτης

τριάντα τέσσερα χωριά η ομορφιά της Κρήτης.

 

 

Χατζηδάκης Γιάννης

Αριθμός Προβολών: 42