Ένας αϊτός επέταξε κι έφτασε ως το Κέντρος και ήρθε και το έφερε το θλιβερό χαμπέρι.
Και τι βουνό σκοτείνιασε κι η Σάμιτος εσείστη. Δεν κελαιδούνε τα πουλιά. Εχάθηκε ο Γιάννης.
Κι ως έμαθε τη συμφορά ο άμοιρος πατέρας, πήγε να βρει το γιόκα του τ’ όμορφο παλικάρι.
Έψαξε και τον ηύρηκε και σίμωσε κοντά του και σφιχταγκαλιαστήκανε μέσα στον ίδιο τάφο.
Τρεις μήνες επεράσανε μέχρι να ανταμωθούνε.
Κι άφησαν πίσω τρεις ψυχές ουλες φαρμακωνενες, που κλαιν απαρηγόρητα και μοιρολόγια λένε.
Γιατί παππού μας άφησες και πήγες εις τα ξένα; Δεν μας λυπάσαι θείε μου που πήγες μακριά μας;
Κι ήρθε αμέσως η σειρά της πονεμένης κόρης: Πατέρα γιατί έφυγες και πήγες με τον γιο σου;
Το λατρευτό μου αδερφό που αγαπώ περίσσα; Άραγε είσαστε καλά μαζί στην ίδια στέγη;
Ακόμη δεν λυπήθηκες την άτυχη την μάνα που από τώρα θα φορεί παντοτινά τα μαύρα;
Υπομονή να κάνετε τους λέει ο πατέρας: έχω τον γιό μου αγκαλιά κι είμαι ευτυχισμένος.
Κουκλινός Γεώργιος
Αριθμός Προβολών: 86