Μιχάλης Γ. Βοσκάκης

 

 

Υπάρχουν τόποι που τους περιδιαβαίνεις και τόποι που σε μεταμορφώνουν.

Η Κρήτη ανήκει στους δεύτερους. Για όποιον αναζητά την ουσία της, το νησί δεν αποκαλύπτεται μόνο μέσα από τα τοπία του, αλλά μέσα από τους ανθρώπους και τα πνευματικά του αποτυπώματα. Είναι μια διαδρομή που ξεκινά από τα ιερά χνάρια του Ψηλορείτη και την ιαματική σιωπή της κορυφής, εκεί όπου το χιόνι του Τιμίου Σταυρού λειτουργεί ως βάλσαμο που γιατρεύει τις πληγές της ψυχής, για να συναντήσει στη συνέχεια τη λάμψη της Κρητικής Αναγέννησης και τους μεγάλους δημιουργούς της. Περιπλανώμενος κανείς ανάμεσα στην ιστορία, την παράδοση και τη λυρική μνήμη, συνειδητοποιεί πως η Κρήτη είναι μια ζωντανή δύναμη που σε επαναπροσδιορίζει. Μέσα από δύο διαφορετικές «φωνές» –τη μοναξιά της κορυφής και τη νοσταλγία της ιστορικής διαδρομής– ξεδιπλώνεται το ίδιο πάθος για έναν τόπο που παραμένει αιώνια θαυμαστός.

 

 

 

Αγάπη του Ψηλορείτη [1]

 

Χνάρια περι(η)γητώ πατώ, βγαίνω στον Ψηλορείτη,

σε χίλιες γλώσσες τραγουδώ την ομορφιά σου Κρήτη.

Πως σ’ αγαπώ μολόησα μόνο στον εαυτό μου,

σέρνω στον Τίμιο Σταυρό να το φωνιάξω φως μου.

Μα α ντ’ ακούσου ντα πουλιά κι ο Θεός θα καταλάβουν,

γιατί οι γι-αθρώποι στη μ-πληγή αλάτι πάλι βάνουν.

 

Του Ψηλορείτη τση κορφής το χιόνι θέλω μόνο,

απού γιατρεύγει τσι πληγές και σβήνει κάθε πόνο.

Απ’ το σαρνίτσι τζη θα πιω νερό να ξεδιψάσω,

και στο πεζούλι τσ’ εκκλησάς θα κάτσω να θαμάσω,

το γαλανό τση θάλασσας και τ’ ουρανού το χρώμα,

σύννεφα και βουνοκορφές, πέτρες πλακιές στο χώμα.

Κι ανέ σταθώ πλια τυχερός, βιτσίλα γή φαλκόνι,

να ιδώ, το νου μου σάικα θα νιώσω να μερώνει…

 

 

 

Είδα την Κρήτη… [2]

 

Εις τη Φραγκιά ’μουν ποιητής, στη Βενετιά ζωγράφος,

στην Κρήτη λιμάνι έπιασα και ένιωσα το πάθος.

Στον Ψηλορείτη ανέβηκα στων Κουρητώ τα χνάρια,

επάτησα και πέρασα τα σφακιανά φαράγγια.

 

Είδα στείρα και έγγαλα σε βράχους τραχείς και λείους,

σε μοναστήρια κι εκκλησές προσκύνησα τσ’ αγίους.

Είδα τση Κρήτης θάματα στο λυκαυγές του αιώνα,

την επικίντυνη ομορφιά σε κόκκινη ανεμώνα.

 

Μέσα στο Κάστρο γνώρισα τση Στείας τον Κορνάρο,

και στα Χανιά συνάντησα το Μαρκαντώνιο Βιάρο.

Με το Χορτάτση αντάμωσα στου Ρέθεμνου τα μέρη,

μοσχάτο ήπια διαλεχτό στη Λότζια μεσημέρι.

 

Είδα τη νια την κοπελιά – τση Κρήτης το καμάρι,

στον κρουσταλλένιο τζη λαιμό ’φόριε μαργαριτάρι.

Κι αν έφυγα κι α γύρισα στου κόσμου κι άλλους τόπους,

μούδε την Κρήτη δε ξεχνώ μα μούδε και τσ’ αθρώπους.

 

Μαργαριτάρι α θα ιδώ σε γυναικείο μπέτη,

φέρνω την κοπελιά στο νου και κάνω καερέτι.

Συχνοκαθίζω, σκέφτομαι, στου ποταμού την κοίτη,

ποια ήτονε πλια θαμαστή, η κοπελιά γή η Κρήτη!

 

[1] Ο 8ος στίχος του ποιήματός μου «Αγάπη του Ψηλορείτη» έχει μεταφορική σημασία: το χιόνι του Τιμίου Σταυρού, της ομώνυμης κορφής του Ψηλορείτη, συντελεί στη θεραπεία των πληγών και του πόνου της ψυχής και όχι του σώματος. Επίσης, η πόση νερού από το σαρνίτσι που βρίσκεται πίσω από το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού αναφέρεται «ποιητική αδεία». Οφείλω να σημειώσω ότι, εξ’ όσων γνωρίζω, επίσημα το νερό δεν θεωρείται πόσιμο. Το ποίημα περιέχεται στο Α’ Μέρος του άρθρου μου: «G.P. Baker: Ένας Άγγλος της Κωνσταντινούπολης στον Ψηλορείτη του 1925–1926 – Στα βήματα του Aubyn Trevor-Battye», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» στις 17.01.2026).

[2] Ο 14ος στίχος του ποιήματός μου «Είδα την Κρήτη…» είναι εμπνευσμένος από τον 14ο στίχο («Στον κρουσταλλένιο σου λαιμό βάλε μαργαριτάρι…») του ποιήματος «Αμάρι» του Ρεθεμνιώτη ποιητή Γιώργη Καλομενόπουλου (1897-1963). Το ποίημα «Είδα την Κρήτη…», στο οποίο αναφέρονται πρόσωπα που έζησαν στην Κρήτη του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα (επί Βενετοκρατίας), περιέχεται στο Α’ Μέρος του άρθρου μου: «George Sandys: Ένας Άγγλος ποιητής στη βενετοκρατούμενη Κρήτη του 1610», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» στις 07.02.2026).

Μιχάλης Γ. Βοσκάκης

Ιστορικός Ερευνητής – Λογοτέχνης Προσωπικός ιστότοπος: https://michalisgvoskakis.wordpress.com

Αριθμός Προβολών: 25