Κατά την επιχείρηση των γερμανικών στρατευμάτων στο όρος Κέντρος στο Ρέθυμνο τον Αύγουστο του 1944 εκτελέστηκαν 164 κάτοικοι των χωριών Άνω Μέρος, Δρυγιές, Βρύσες, Σμιλές, Καρδάκι, Γουργούθοι, Γερακάρι και Κρύα Βρύση. Ταυτόχρονα νεαροί και νεαρές κάτοικοι των οικισμών προωθήθηκαν στο Ρέθυμνο στις φυλακές στη Φορτέτζα ενώ όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι, γυναίκες με παιδιά και ηλικιωμένοι εκτοπίστηκαν και φιλοξενήθηκαν για αρκετό καιρό στα γειτονικά χωριά. Όλες οι ιδιωτικές και δημόσιες υποδομές καταστράφηκαν εκ θεμελίων αφού πρώτα λεηλατήθηκαν οργανωμένα από τους επιδρομείς.

Τα θρησκευτικά μνημόσυνα για τους νεκρούς, τα οποία ξεκίνησαν ήδη από το 1944, συνδυάστηκαν από πολύ νωρίς με επίσημες τελετές τιμής και μνημόνευσης. Για πολλά χρόνια οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν ανεξάρτητα στο κάθε χωριό με τη συμμετοχή ή όχι εκπροσώπων των κρατικών αρχών. Από το 1984, με πρωτοβουλία των Σπύρου Μαρνιέρου, Στέλιου Μπαγουράκη και Θεόδωρου Πελαντάκη σε συνεργασία με τις Κοινότητες και τη Νομαρχία Ρεθύμνου, καθιερώθηκε να γίνονται επίσημες εκδηλώσεις εκ περιτροπής κάθε χρόνο σε μία από τις τέσσερεις κοινότητες, με επίκεντρο τα μνημεία τα οποία έχουν ανεγερθεί στους οικισμούς όπου έγιναν οι εκτελέσεις. Η διαδικασία αυτή, που αποκαλείται «επίσημο μνημόσυνο», διευκολύνει την παρουσία των επισήμων και την καλύτερη οργάνωση των εκδηλώσεων. Όμως μέχρι σήμερα κανένα από τα χωριά δεν έχει σταματήσει να τελεί και ξεχωριστό θρησκευτικό μνημόσυνο για τους δικούς του νεκρούς κάθε χρόνο το πρωί της 22ας Αυγούστου.

Από το 1998 τα οχτώ χωριά του Κέντρους χαρακτηρίστηκαν μαρτυρικά και εντάχθηκαν στο δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών Ελλάδος, που θέτει στους βασικούς του στόχους τη διατήρηση της μνήμης για τα γεγονότα. Από το 2007 η 22α Αυγούστου έχει καθιερωθεί ως δημόσια εορτή τοπικής σημασίας, αργία για τον τότε Δήμο Συβρίτου, σήμερα Δήμο Αμαρίου, και για το Δημοτικό Διαμέρισμα Κρύας Βρύσης του τότε Δήμου Λάμπης, σήμερα Δήμου Αγίου Βασιλείου. Οι δήμοι αυτοί έχουν την ευθύνη για τη διοργάνωση των εκδηλώσεων, οι οποίες φέτος πραγματοποιήθηκαν στο Άνω Μέρος.

Η έναρξη των δράσεων την Παρασκευή 21 Αυγούστου με πρωτοβουλία των κατοίκων, ειδικά για τη χρονιά αυτή, έγινε από το Ηρώο Πεσόντων στο Άνω Μέρος από όπου ξεκίνησε περίπατος ιστορικής θύμησης. Η περιγραφή του «High Place» από τον Tom Danbabin (Ένας αρχαιολόγος στον πόλεμο, Ηράκλειο: ΕΚΙΜ, 2015) έδωσε την αφορμή για αναφορά στην εμπειρία της εκτόπισης των κατοίκων. Προχωρώντας προς το χωριό οι σχετικές συζητήσεις μεταξύ των συμμετεχόντων συνεχίστηκαν.

Στη στάση που έγινε στο σημείο όπου οι Γερμανοί στρατιώτες συγκέντρωναν τους κατοίκους για να εκκενώσουν το χωριό, ο λόγος δόθηκε στους ελάχιστους επιζώντες που παραβρέθηκαν οι οποίοι αναφέρθηκαν με συγκίνηση σε όσα βίωσαν ως παιδιά εκείνες τις ημέρες και τα οποία θυμούνται ακόμα σήμερα.

Στη συνέχεια οι συμμετέχοντες κατευθύνθηκαν στο χώρο των εκτελέσεων. Στην κορυφαία στιγμή του απογεύματος αυτού πραγματοποιήθηκε εκεί τρισάγιο για πρώτη φορά μετά την ανακομιδή των οστών των εκτελεσμένων κατοίκων. Μια δάφνινη γιρλάντα σχηματίστηκε από κλαδιά δάφνης που τοποθετήθηκαν από όλους τους συμμετέχοντες. Στον ίδιο χώρο παρουσιάστηκε εικαστικό δρώμενο το οποίο οργανώθηκε από την εικαστικό Ελένη Παττακού με τη συμμετοχή γυναικών της κοινότητας.

Η συμμετοχή της Ελένης Παττακού στις εκδηλώσεις μνήμης τόσο το 2022 όσο και φέτος είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς το εικαστικό της έργο δίνει διέξοδο στα τραυματικά βιώματα του παρελθόντος που μνημονεύεται, εντάσσοντάς τα δημιουργικά στη συλλογική μνήμη. Η ιστορική πραγματικότητα αποδεικνύει πως η αποσιώπηση των τραυμάτων του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου δεν συμβάλλει στην επούλωση τους. Αντίθετα, η ανάδειξη της βιωμένης εμπειρίας μέσα από την τέχνη ενισχύει τον δημόσιο διάλογο και θεμελιώνει την ειρηνική συνύπαρξη και την ανθρωπινότητα του κόσμου γύρω μας. Η υποδοχή του έργου της Ελένης Παττακού από την κοινότητα αναδεικνύει την ανάγκη να μη σκεπαστεί στη λήθη η συζήτηση για τα εγκλήματα του φασισμού και του ναζισμού αλλά αντίθετα να θωρακιστούν οι σύγχρονες κοινωνίες απέναντι σε τέτοια φαινόμενα.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι περιγραφές του Διονύσιου Χανδράκη και του Στέλιου Μπαγουράκη, οι πατεράδες των οποίων είχαν εκτελεστεί στο χώρο αυτό. Αναφέρθηκαν αρχικά στο πρακτικό μέρος της διαδικασίας της ανακομιδής των οστών και συνέχισαν περιγράφοντας την αναγνώριση από τις γυναίκες των δικών τους ανθρώπων από προσωπικά αντικείμενα. Ο Δ. Χανδράκης κατέληξε λέγοντας πως ούτε οι τρεις μεγάλοι τραγικοί της αρχαιότητας δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν όσα συνέβησαν τότε εκεί. Όλοι όσοι παραβρέθηκαν ένιωσαν δέος για όσους χάθηκαν αλλά και γι’ αυτούς που επέζησαν με αυτά τα βιώματα.

Το τελευταίο μέρος της βραδιάς φιλοξενήθηκε, όπως κάθε φορά, στη θέση «Βρύση». Ο ιστορικός Ζαχαρίας Αντωνάκης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης, μίλησε με θέμα “Όψεις της υλικής διάστασης του πολέμου στη νέα της χρήση στο Αμάρι” και παρουσίασε φωτογραφικό υλικό. Η ιστορικός Ευγενία Λινοξυλάκη μίλησε με θέμα “Ίχνη στο χαρτί, φωνές στο χρόνο: οπτικές για το Ολοκαύτωμα του Κέντρους μέσα από αρχεία και μαρτυρίες” και παρουσίασε βίντεο με μαρτυρίες κατοίκων.

Ο Ζαχαρίας Αντωνάκης στο πρώτο μέρος της ομιλίας του αναφέρθηκε στην περίοδο του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διέπραξε ο Στρατός της Βέρμαχτ. Με παραδείγματα κυρίως

από την Ελλάδα και την Κρήτη έκανε λόγο για τη «διαχείριση των ανθρώπων ως αριθμών» και τις τακτικές «αντιποίνων» του Γερμανικού στρατού. Η εστίαση στις επιδιώξεις των δύο στρατοπέδων ανέδειξε τον τρόπο που τα σχέδια των επιτελείων διαμόρφωσαν την πραγματικότητα στην Κρήτη και στο Αμάρι εκείνη την περίοδο. Στο δεύτερο μέρος της ομιλίας του αναφέρθηκε στην αξιοποίηση από τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής του Αμαρίου του πολεμικού υλικού, κυρίως από τις υποδομές του Στρατού Κατοχής στις εγκαταστάσεις στο Τυμπάκι και στα Μακρυμαλλιανά, και στα ίχνη αυτού του υλικού όπως εντοπίζονται μέχρι σήμερα στο Αμάρι.

Στην ομιλία της η Ευγενία Λινοξυλάκη παρουσίασε πληροφορίες από την έρευνα για τις επιχειρήσεις των γερμανικών στρατευμάτων σε περιοχές της Κρήτης για τις οποίες είχε γίνει γνωστό στη Γερμανική Διοίκηση ότι υποστήριζαν τα δίκτυα της αντίστασης, εστιάζοντας στην επιχείρηση «Αποχαιρετιστήρια τελετή – Όνειρο θερινής νυκτός» στο όρος Κέντρος. Παρουσιάστηκαν οπτικές σύγχρονες των γεγονότων όπως αποτυπώνονται σε δημοσιεύματα του κατοχικού Τύπου και σε έγγραφα της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης (μεταφράσεις του ιστορικού Μιχάλη Παπαδάκη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη στο Ηράκλειο). Ακολούθησε συνοπτική ανάλυση για την ανάδειξη της υπερασπιστικής τακτικής από τη σκοπιά Γερμανών αξιωματικών, οι οποίοι συμμετείχαν στις επιχειρήσεις, σύμφωνα με δεδομένα από τον τόμο «Πρακτικά Γερμανικών Δικαστηρίων για εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη» (μετάφραση Γεωργίου Ηλιόπουλου, Χανιά: 2024). Στο τέλος παρουσιάστηκαν αποσπάσματα από προφορικές μαρτυρίες οι οποίες καταγράφηκαν από την ίδια 80 χρόνια μετά τα γεγονότα και αντανακλούν τη διαχρονική επίδραση των επιχειρήσεων στις ζωές των ανθρώπων του Κέντρους.

Και οι δύο ομιλίες παρουσίασαν τα γεγονότα, την οπτική του Στρατού Κατοχής και τη σύγχρονη συλλογική μνήμη στην περιοχή του Αμαρίου και ειδικότερα του Κέντρους εντάσσοντας τις αναλύσεις τους στο ιστορικό πλαίσιό τους, υιοθετώντας δηλαδή ιστορικοποιημένες προσεγγίσεις.

Η βραδιά έκλεισε με προβολή από την έκθεση «Κράτησα τη ζωή μου» (Άνω Μέρος 2022, Ελένη Παττακού) και απαγγελία ποιημάτων εμπνευσμένων από τα συγκεκριμένα γεγονότα.

Στο τέλος, κατά την απαγγελία των ονομάτων των 38 κατοίκων που εκτελέστηκαν στο Άνω Μέρος, το κοινό σηκώθηκε αυθόρμητα και τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των δύο Αμαριωτών πυροσβεστών που έπεσαν στο καθήκον πριν από λίγες ημέρες.

Η κατανυκτική ατμόσφαιρα κατά τις φετινές δράσεις τροφοδοτήθηκε και από την τραγική απώλεια των πυροσβεστών Μανώλη Στρατιδάκη, προέδρου της Κοινότητας Γερακαρίου, και Παντελή Διαμαντάκη από το Φουρφουρά κατά τις επιχειρήσεις κατάσβεσης της φωτιάς στην Κρύα Βρύση στις 29 Ιουλίου. Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να βρει κάποιος τον τρόπο να αναφερθεί στο βαρύ

συλλογικό τραύμα που έχει προκληθεί στην περιοχή από το οδυνηρό αυτό γεγονός. Αν και το πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό και δεν επιδέχεται συγκρίσεις, η τήρηση ενός λεπτού σιγής από το κοινό αποτέλεσε μια βαθιά συγκινητική στιγμή. Ανέδειξε τους άρρηκτους δεσμούς της τοπικής κοινωνίας και αποτέλεσε τον οφειλόμενο φόρο τιμής σε όσους θυσιάστηκαν, σε διαφορετικές εποχές, για την προστασία και την ελευθερία αυτού του τόπου. Είναι ενδεικτική, επίσης, η χρήση του όρου «ήρωες» για τους ανθρώπους που χάθηκαν σε τέτοιες συγκυρίες.

Στο ίδιο κλίμα συνεχίστηκαν οι εκδηλώσεις το Σάββατο 22 Αυγούστου. Τελέστηκε αρχιερατική θεία λειτουργία στον ιερό ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου στο Άνω Μέρος και επιμνημόσυνη δέηση στο μνημείο πεσόντων προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Λάμπης Συβρίτου και Σφακίων κ.κ. Ιωακείμ. Ακολούθησε κατάθεση στεφάνων, προσκλητήριο νεκρών και ανάκρουση του εθνικού ύμνου υπό την οργάνωση του Δήμου Αμαρίου.

Στον πανηγυρικό της ημέρας ο εκπαιδευτικός Ιωάννης Βουμβουλάκης αναφέρθηκε στα γεγονότα που κατέληξαν στην εκτέλεση 164 κατοίκων του Κέντρους και καθήλωσε με το περιεχόμενο αλλά και το ύφος της ομιλίας του. Ο ομιλητής ξεκίνησε με το ιστορικό παρελθόν της Κρήτης και τη γεωγραφία της περιοχής που τροφοδότησαν την αντιστασιακή ατμόσφαιρα, τις μορφές δράσης που διασαφηνίζουν το περιεχόμενο του όρου «αντίσταση» στο Αμάρι και ειδικά το ρόλο της απαγωγής του στρατιωτικού διοικητή του Ηρακλείου στρατηγού Χάινριχ Κράιπε ως αφορμή για την επιχείρηση των Γερμανικών στρατευμάτων στο Κέντρος. Στη συνέχεια ακολούθησε η εξιστόρηση των γεγονότων και οι προβληματισμοί που τα διαδέχθηκαν για την απόδοση ευθυνών. Ο Ι. Βουμβουλάκης τόνισε τον κρίσιμο ρόλο της διατήρηση της μνήμης για το Ολοκαύτωμα του Κέντρους, για τη θυσία όσων χάθηκαν αλλά και εκείνων που επέζησαν και ξαναστήσαν τα καμένα χωριά. «Τονίζοντας το μέγεθος της καταστρεπτικής δύναμης του πολέμου γίνονται αντιληπτές οι ευεργετικές αξίες της Ειρήνης» κατέληξε εκφράζοντας όλη την Κοινότητα που συμμετείχε ουσιαστικά στις δράσεις του διημέρου.

Ευγενία Λινοξυλάκη

Υπεύθυνη για τη διοργάνωση των εκδηλώσεων εκ μέρους της Κοινότητας Άνω Μέρους

Αριθμός Προβολών: 8