«Την κορφή του Ψηλορείτη με παράπονο θωρώ
Και με δάκρυα την Κρήτη φεύγω κι αποχαιρετώ…»
Ήμουν πολύ μικρό κοριτσάκι όταν πρωτοάκουσα τη μαντινάδα τούτη του σπουδαίου Μουντάκη, κι όμως ακόμα και τώρα ενθυμούμαι το σχόλιό μου προς τους γονείς μου: «αυτή η μαντινάδα ταιριάζει στο θείο μου, το Γιώργη, στην Αθήνα.»
Σκέψου πώς στο παιδικό μου μυαλό φάνταζε η μορφή σου! Ήσουν ο άνθρωπος που λάτρευε τούτο τον τόπο και που η παιδική μου αφέλεια (εντός κι εκτός εισαγωγικών) με έκανε να αισθάνομαι ότι στριμώχνεις πολύ την ψυχή σου για να είσαι στην Αθήνα λόγω της εργασίας σου αλλά τελικά την αφήνεις εδώ! Στην Παντάνασσά σου!
Γεννήθηκες και μεγάλωσες σε χρόνια δύσκολα για την πατρίδα μας, σε μια οικογένεια με πενιχρά υλικά αγαθά αλλά με περισσή ευλογία Θεού, αγάπη και αλληλεγγύη με τα έξι αδέλφια σου. Ήταν ίσως αυτή η ευχή της μάνας σας, της Στελιανής: η ψυχή σας να είναι πλούσια!
Εργάστηκες και πολύ και σκληρά και υλικά αγαθά σου έστειλε ο Παντοδύναμος Θεός και το ήθος σου έμεινε ακέριο, καθαρό, αγέρωχο!
Πρώτη σου προτεραιότητα η γυναίκα σου, η Μαρία. Πολλές φορές δυσκολευόμουν να καταλάβω ποιος από τους δυο σας αγαπά πιο πολύ την οικογένεια και το χωριό μας. Την ίδια πάλι στιγμή μεγάλη η διαπίστωση: μα εσύ πρώτος την αγαπούσες και τη σεβόσουν κι εκείνη σε ενδυνάμωνε σε αυτό με τη σειρά της!
Έπειτα, τα παιδιά σου. Ο Χάρης και η Ευγενία! Οι δυο ακρογωνιαίοι λίθοι στη δουλειά και στο σπίτι. Τα εγγόνια σου.
Άμεση προτεραιότητα όμως και η Παντάνασσά σου! Απλός, δυναμικός χαρακτήρας. Να ‘ρθεις κι αμέσως να πας στο κέντρισμα των δέντρων, να παίξεις πρέφα στο καφενείο με τους χωριανούς, να περπατήσεις ως το «Αρμί», ως τον αγαπημένο σου Αϊ-Γιάννη στον Αρναούτη, να ρουφήξεις κάθε στιγμή που θα διαρκέσει ως την επόμενη φορά που θα ‘ρθεις.
Αστείρευτη η πηγή των αστεϊσμών σου, κυρίως στα πειράγματα που σκάρωνες στις δυο αδελφές σου γεμάτος σκανταλιά σα δεκάχρονο παιδί. Κι όλο να τις θυμώνεις ενώ κατά βάθος ήξερες πόσο άρεσαν σε όλους αυτές οι στιγμές.
Η προσφορά σου στο χωριό μας ανιδιοτελής! Η αγωνία σου για τις επερχόμενες γενιές να μάθουν την ιστορία της ηρωοτόκου Παντάνασσας ζέουσα. Λάτρης της ιστορίας, γνώστης αυτής, ιδιαίτερα της τοπικής, σε αξίωσε ο Θεός να υλοποιήσεις ένα όνειρο ζωής και να είσαι τελικά η αιτία που θα μείνει άσβεστη η λυχνία της Παντανασσώτικης ιστορίας ανά τους αιώνες με το επιβλητικό ηρώο που ανιδιοτελώς κατασκεύασες και πρόσφερες για να κοσμεί την πλατεία του χωριού. Ως πρόεδρος στο Σύλλογο Παντανασσωτών Αθήνας άδραξες την ευκαιρία από την αρχή ώστε να συνδράμεις κι από αυτό το μετερίζι στην αναβάθμιση του τόπου. Αδυνατώντας οικονομικά και εξ ολοκλήρου η ενορία να επεκτείνει το νεκροταφείο ανέλαβες πρωτοβουλία και μέσω του Συλλόγου η προσπάθεια χρηματοδοτήθηκε και επετεύχθη. Αγοράστηκε εξοπλισμός, μέρος του οποίου υπήρξε και προσωπική σου δωρεά προς τον Πολιτιστικό Σύλλογο διευκολύνοντας τις εκδηλώσεις των χωριανών. Ενήργησες για τη μεταφορά του χωριού. Πρόσφερες στην ενορία.
Σπάνια, όμως έτυχε, να παρατηρήσω τους εργάτες σου στη δουλειά. «Μάστορα!» σε φώναζαν. Δεν υπήρξες αφεντικό. Δεν ήσουν ούτε ψηλά ούτε πάνω από αυτούς. Ήσουν δίπλα και μπροστά τους. Και τούτο φανερώνει Ήθος! Ευγένεια! Αξιοπρέπεια! Λεβεντιά!
Εκ μέρους του Πολιτιστικού Συλλόγου αισθανόμεθα ευγνώμονες για την αγάπη που τόσο έμπρακτα κατέθετες στον τόπο που σε γέννησε. Είμεθα υπερήφανοι γιατί με τη στάση ζωής σου σήμερα τα παιδιά και τα εγγόνια σου λένε με καμάρι πως κατάγονται από την Παντάνασσα, το χωριό σου!
Σήμερα, η Κρήτη του Μουντάκη των παιδικών χρόνων μου δε σε αποχαιρετά! Τουναντίον… αγκαλιάζει μητρικά το θνητό σου σώμα να μη ζει μακριά της και παραδίδει το πνεύμα στον Αναστάντα Χριστό… αλλ’ όμως «Ἀνέστη Χριστός καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος».
Καλή αντάμωση

Εκ μέρους του Πολιτιστικού Συλλόγου
Μαρία Γεωργίου Καναβά

Αριθμός Προβολών: 86