Αντί στεφάνι ταπεινά ένα ποιηματάκι

στην Μακαρία Μνήμη Σου Γιώργη Ιερωνυμάκη.

 

Γιώργη δεν τα κατάφερες, τον χάρο να νικήσεις

ήταν γραφτό σαν το κερί απότομα να σβήσεις.

 

Ήσουν αφτούμενο κερί, μα φύσηξε αέρας

ο χάροντας, και σ’ έσβησε στο χάραμα της μέρας.

 

Ήτανε μέρα Κυριακή είκοσι μια Γενάρη

Που έφυγε απ’ τη ζωή, της Μέλπως το καμάρι.

 

Στην αγκαλιά της μάνας σου τώρα γλυκοκοιμίσου

μαζί με τον πατέρα σου και τα παλιά θυμήσου.

 

Παρηγοριά στ’ αδέλφια σου γυναίκα και παιδιά σου

στους φίλους και τους συγγενείς και εις την γειτονιά σου.

 

Σ’ αναζητούν τα’ εγγόνια σου που τόσο σ’ αγαπούσαν

κ’  όταν ξεκουραζόσουνα σε γλυκοτυραννούσαν.

 

Μού τάλεγες και γέλαγες στον καφενέ το βράδυ

πως πάντα περιμένανε απ’ τον Παππού το χάδι.

 

Ήσουνα πάντα σκεπτικός, χωρίς  πολλές κουβέντες,

καμάρωνες τις κόρες σου, τους γιούς σου τους λεβέντες.

 

Με τους γαμπρού σου ήσαστε πάντα αγαπημένοι,

κι είχες μια οικογένεια πολύ σφιχτά δεμένη.

 

Εις τη ζωή σου πρόκοψες, πάντρεψες τα παιδιά σου,

κι ούλοι μας καμαρώναμε Γιώργη την καταντιά σου.

 

Πολύ νωρίς και ξαφνικά κατέβηκες στον Άδη,

μ’ εμείς το καντηλάκι σου θ’ ανάβουμε με λάδι.

 

Αυτούς που σε πικράνανε κακία δεν κρατούσες

κι’  εύρισκες τον τρόπο σου πάντα και συγχωρούσες.

 

Στην δυστυχία ολονών πάντοτε βοηθούσες ,

τον ξένο πόνο έκανες δικό σου και πονούσες.

 

Σε πίκρες μα και σε χαρές έτρεχες πρώτος πάντα,

ποτέ δεν πήρες τίποτα και πρόσφερες τα πάντα.

 

Στον Μυλοπόταμο γαμπρός σ’ είχανε καμάρι

κι ήσουνα κάστρο τσ’ ανθρωπιάς σ’ ολόκληρο τ’ Αμάρι.

 

Να ‘ναι το χώμα ελαφρύ που σ’ έχει πια σκεπάσει,

κι εμάς το μοιρολόι μας στον ουρανό ας φθάσει.

 

Με τους Αγγέλους ας γενεί τραγούδι μαντινάδα,

να πάρει από ‘πάνω σου του χάρου την κρυάδα.

 

Τις πίκρες της παλιοζωής τώρα να λησμονήσεις,

κι ότι σου έλειψε στη γη, εκεί να αποχτήσεις.

 

Δεν με τρομάζεις χάροντα και ότι θέλεις κάμε,

την κόλαση την έζησα στην γη και δεν φοβάμαι.

 

Λέγεται πως εκ’ όπου πας πολλούς θα συναντήσεις,

γονιούς, παππούδες συγγενείς, να μας τους χαιρετήσεις.

 

Λένε πως φτάνει ο καιρός που λαχταρούμε όλοι,

μα τ’ ομορφότερο «δεντρί» λείπει απ το περβόλι.

 

Ένα μπουκάλι με ρακί του χάρου αν κρατούσες,

θα το ‘πινε να κοιμηθεί , ίσως να μας ξεχνούσε.

 

Μ’ αυτά τα λόγια διάλεξα στοίχους να σχηματίσω,

μια ανθοδέσμη τα ‘κανα να σ’ αποχαιρετήσω.

 

Καλή ανάπαυση φίλε

Χατζηδάκης Γιάννης

Αριθμός Προβολών: 68