Αδερφέ μου Στέλιο. Πριν λίγο καιρό που ανταμώσαμε για τελευταία φορά, εκουβεδιάσαμε πάρα πολλές ώρες, εθυμηθήκαμε τα παλιά, τα κοπελίστικα, τα μαθητικά, τα αγροτικά, τα παραδοσιακά, τα γλεντοκόπια και τα οικογενειακά μας. Με άκουγες προσεχτικά, αναστορήθηκες και νοσταλγούσες, χαμογέλασες αρκετά, κάτι που ήθελα και μπόρεσα, στα τελευταία, να σου προσφέρω. Και είπαμε, να συνεχίσομε την ίδια κουβέντα στο επόμενο αντάμωμά μας, αν και έβλεπα πως θα ήτανε δύσκολο να συνεχιστεί. Χθες το μεσημέρι ετοιμάστηκα να ξανάρθω, μα δεν άντεξε η καλή σου καρδιά να με περιμένει. Σήμερο, δυστυχώς δεν μπορώ να συνεχίσω την κουβέντα, γιατί δεν θα με ακούς, δεν θα ανοιγοκλείνεις τα μάθια σου, δεν θα τσιμογελάς. Είναι το αποτέλεσμα της πολύχρονης ταλαιπωρίας σου, με αρρώστιες, με γιατρούς, με νοσοκομεία, με πόνους, με φάρμακα και γιατροσόφια.

Αδερφέ μου Στέλιο. Γεννηθήκαμε και ανατραφήκαμε στον Άγιο Ιωάννη Αμαρίου,  στους δύσκολους κατοχικούς χρόνους, με μια χούφτα ελιές και ένα ντάγκο ζεστό ψωμί στη χέρα, με πολλές δυσκολίες τω γονέω μας. Μα ήτονε τίμιοι και εργατικοί, γενήκανε νυκοκυραίοι και δεν εστερηθήκαμε το φαϊ, το ψωμί και τα άλλα πιο απαραίτητα για την ανατροφή μας. Μας επέψανε στα σκολιά να μάθομε γράμματα, για να μην τυρανιόμαστε σαν κι αυτούς. Εστερηθήκανε πολλά, για να μας προσφέρουνε πολλά και προπαντός μας εδόκανε  πολλή αγάπη, οδηγό για τη ζωή μας. Αυτή την αγάπη διατηρήσαμε μεταξύ μας, με τις δυό αδερφάδες μας και δεν επιτρέψαμε σε κανένα να τη διαταράξει. Στις φλέβες μας νιώθαμε πως κυλούσε το ίδιο αίμα και το αισθανόμαστε πάντα ζεστό. Τα αισθήματά μας ήτονε βαθιά αδερφικά, γι αυτό όταν υπήρξε ενδεχόμενο να σου αφαιρέσουνε και το δεύτερο νεφρό, ζήτησα να σου προσφέρω τον ένα δικό μου, για να συνεχίσεις να ζεις. Θα στον έδινα ολόψυχα, μα δεν τον χρειάστηκες. Είμαι σίγουρος πως το ίδιο θα έκανες και εσύ για μένα.

Αδερφέ μου Στέλιο. Υπήρξες ένας ξεχωριστός άθρωπος στο διάβα τούτης της ζωής. Αγνός, αγαπητός, καλοσυνάτος, έντιμος, φιλότιμος, χουβαρντάς, μερακλής και μοίραζες απλόχερα τα πάντα και προπαντός την αγάπη σου σ’ όλο τον κόσμο. Υπηρέτησες ως δημόσιος υπάλληλος στη ΜΟΜΑ Ηρακλείου, όπου άφησες τις καλύτερες εντυπώσεις και δημιούργησες τη δική σου αξιοζήλευτη οικογένεια. Αγαπούσες και σ’ αγαπούσανε. Είχες πολλούς φίλους και καθόλου εχθρούς. Έδινες την ψυχή σου σε όλους και προπαντός στην οικογένειά σου, που έκανε ό, τι μπορούσε να σε κρατήσει στη ζωή και σήμερο σε αποχωρίζεται. Και σε αποχωριζόμαστε όλοι, εδικοί και φίλοι, με πόνο ψυχής. Στερούμαστε τη μορφή σου, την καλοσύνη σου, το χαμόγελό σου, την αγάπη σου. Θα μείνεις όμως ζωντανός στη θύμησή μας και στην καρδιά μας.

Αδερφέ μου. Δεν μπορούσα να μη σ’ αποχαιρετήσω με τούτα τα λίγα λόγια καρδιάς, να τα πάρεις μαζί σου να με θυμάσαι.

«Χάρη του Χάρου γύρεψα, αδέρφι, να σ’ αφήσει,

          παιδόγγονα, δισέγγονα, να μη σου τα στερήσει.»

        «Μα ο Χάρος είναι τρυγητής, ποτές δεν κάνει χάρη,

          ύπουλα σε μαχαίρωσε, γιατί ’σουν παλικάρι.»

Καλό σου ταξίδι. Καλή αντάμωση με το Χαρκιά και τη Χαρκιαδίνα. Καλή ανάπαψη. Άμε στο καλό.

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017                                   Σταύρος Φωτάκης

Αριθμός Προβολών: 18