Αναδημοσίευση από :madeincreta.gr

Μια παλιά Κρητικιά που δεν… ξεριζώνεται

Γεννήθηκε και… στέριωσε 81 χρόνια στα ίδια χώματα και δεν εγκαταλείπει

Δεν μπόρεσε άλλο «το μέσα» η Παναγιώτα Παττακού στο Χωρδάκι που σβήνει και βγήκε στο παγκάκι του δρόμου

Και έμεινε μόνη στο χωριό των πέντε, των τεσσάρων ηλικιωμένων γυναικών και του ενός άντρα, το Χωρδάκι Αμαρίου, η Παναγιώτα η Νότα Παττακού. Μετράει 81 χρόνια στους ώμους και μόνο το σόι της θα μπορούσε να… κάνει ένα δεύτερο Χωρδάκι! Πώς, όμως, να γίνει αυτό που οι άνθρωποι χάθηκαν; Οι κόρες της, ας πούμε, η Καλλιόπη και η Μαρία, αποκαταστάθηκαν οικογενειακά και επαγγελματικά η πρώτη στο κοντινό Τυμπάκι της Μεσαράς  και η δεύτερη στην Αθήνα, και η γενναία της ζωής έφτασε σήμερα να αριθμεί 7 εγγόνια και 15 δισέγγονα και από… μακριά να τα καμαρώνει! Αλλά θα μπορούσε στη ζωή της να έφτανε και τρισέγγονο, αλλά εξομολογείται πως οι καιροί άλλαξαν και «η Δήμητρα η δισεγγονή  φοβάται και δεν το αποφασίζει». Ποιος ξέρει όμως!

Είναι από τις παλαιές περήφανες Κρητικές του μόχθου και των ποικίλων δοκιμασιών, που αντιστάθηκαν και έμειναν όρθιες τα… ρεύματα των εποχών, και αρνούνται ακόμα και τώρα που «κάθε χρόνο πέτρα πέφτει», να μπουν στα… πόδια των παιδιών τους και να τις βαρύνουν φροντίζοντάς τις! «Οι κόρες μου», αποκαλύπτει την έγνοια τους, «με πιέζουν συνέχεια και μου λένε να πάω να κάτσω στα σπίτια τους μα εγώ δεν θέλω να πάω γιατί μ’ αρέσει επαέ. Πως λένε σπίτι μου σπιτάκι μου και παραγωνιδάκι μου;». Και είναι από δύσκολο μέχρι ακατόρθωτο, αυτή η γερόντισσα με τα τόσα χρόνια σε ένα τόπο, σε μια μέρα να… ξεριζωθεί και να βάλει τη ζωή της σε άλλους άγνωστους για εκείνη ρυθμούς και να προσαρμοστεί σε νέα αστικά και μικροαστικά πρότυπα!

παττακού χωρδάκι κρητικά ρίζωσε χωριό

Μέσα στα χαλάσματα υπάρχει ακόμα ζωή από πέντε όλους κι όλους ανθρώπους

«ΔΕΚΑ ΓΕΝΝΕΣ ΕΝΤΕΚΑ ΚΟΠΕΛΙΑ…»

Ξεδιπλώνει τη ζωή της, ένα βιός που… μαλάχτηκε μέσα στις στερήσεις: «Είμαι γεννημένη στο Χωρδάκι το ‘34 κι η μάνα μου η Μαρία έκαμενε δέκα γέννες και έντεκα κοπέλια που πήρανε φύλλα-φτερά και σκορπίσαμε μα εγώ δεν εκούνησα από ‘παέ κι είχα πάρει το Στελιανό το-μ-Παττακό.Από τα έντεκα κοπέλια απομείναμε στη ζωή σήμερα εφτά και ήμαστονε το γένος Καπαρού και ο πατέρας μου ο Νικόλας, μόνο ο θεός κατέχει πως μας εμεγάλωσενε! Ήμουνε στ-γ-κατοχή 7 χρονών και τσι θυμούμαι τσι Γερμανούς μα θυμούμαι και το-μ-πατέρα μου που με έσερνε όπου πήγαινε για ταΐσομενε τσι ξένους. Ίντα ήτανε εδά αυτοί, Άγγλοι, Αυστραλοί; δε γατέχω. Δε μας έφτανενε η φτώχια μας μα έπρεπενε να ζήσουνε κι οι ξένοι γιατί κι αυτοί είχανε μανάδες κι ήτανε και σύμμαχοί…»

 

 

 

Μα… συνήθισε κάθε μέρα τις ίδιες εικόνες στο χωριό της, που άλλοτε είχε κόσμο, και τα ίδια πρόσωπα. Γυρίζει, βλέπει και δείχνει μέσα στα χαλάσματα και τα… όρθια σπίτια, που άλλα κρατήθηκαν από τις επισκευές που έκαναν οι ξενιτεμένοι για να έρχονται πού και πού τα Σαββατοκύριακα ή στις διακοπές τους, και τα μετρημένα που κατοικούνται μέρα και νύχτα από τους πέντε μόνιμους κατοίκους. Μέσα από τα ερείπια σαν να βγαίνουν… σκιές και να ακούγονται φωνές ανθρώπων που έφυγαν! Τα συναισθήματα, φαίνεται να την… φορτώνουν με αναμνήσεις και νοσταλγία μα δεν λυγίζει γιατί έμαθε πια τη μοίρα της…«Ούλα τα χαλασμένα σπίτια που θωρείς», επιστρέφει στα χρόνια της… ζωής στο Χωρδάκι, «ήτανε γεμάτα γιατί υπήρχενε  τότες κόσμος επαέ. Εδά δεν υπάρχουνε άνθρωποι από τσι οικογένειες που υπήρχανε και απομείναμε μόνο Παττακού, Λαγουδάκη και Χατζηδάκη. Πού’ναι οι Χριστονάκηδες, οι Αποστολάκηδες, οι Μιχαλάκηδες, οι Σουμπασάκηδες;  Ε, πόσα χρόνια θα ήμαστονε ακόμη κι εμείς; Ύστερα;»

 

παττακού χωρδάκι κρητικά ρίζωσε χωριό

Μόνιμη παρέα στο πλάι το σκυλάκι της που την ακολουθεί παντού

ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΕΙΤΑΙ…

Γερό σκαρί που άντεξε στις… τρικυμίες, καταφέρνει και σήμερα να αυτοσυντηρείται και χωρίς έξοδα από το πενιχρό… βοήθημα-σύνταξη των αγροτών! Τρέφεται και από τα αγαθά της γης που η ίδια της δίδει τους σπόρους για να γεννήσει αλλά και από τα οικόσιτα που εκτρέφει.«Φύτεψα και φέτος πατάτες στο περβόλι, όπως το κάνω κάθε χρόνο, έχω και τσ’ όρθες και τα αρνιά μου. Δε μου λείπε πράμα, επαέ δεν έχω εγώ φτώχια και δε διαλέγω το φαΐ, φτάνει ότι μαγειρεύω να είναι από τσι δικές μας τροφές. Μα μου κάνει εντύπωση που οι αγκινάρες αργήσανε φέτος να φανούνε, φταίει ο καιρός; δε γατέχω…»

 

 

 

 

Όλες οι εποχές της ζωής της, κάνοντας έναν απολογισμό, «ήτανε καλές» και δεν θέλει το θάνατο γιατί αγαπά τη ζωή όσο σκληρή κι αν είναι σήμερα για τον πληθυσμό. Έχει, όμως, εκ… κληρονομικότητας και το… συστατικό της μακροζωίας, αφού η μητέρα της έκλεισε τον κύκλο της ζωής της το περασμένο φθινόπωρο, σε ηλικία 103 χρόνων! «Έχω παθήσεις όπως έχουνε ούλοι μα παίρνω τα φάρμακά μου κι είμαι εντάξει!  Αλάτι έχω να βάλω στο στόμα μου δυο-τρία χρόνια κι αφού έπρεπενε να το κόψω που μου είπανε οι γιατροί δεν θα το κόψω;» ρωτά, πειθαρχώντας στις συστάσεις τους…

Μένει ακόμα στα αυστηρά πρότυπα των χρόνων της, δυσανασχετεί και με τις νοοτροπίες της σύγχρονης γυναίκας που στις πόλεις, φεύγοντας από το χωριό, άλλαξε… ρυθμούς στη ζωή της. «Δε μ’ αρέσει η γυναίκα να καπνίζει μα οι πιο πολλές είναι με ένα τσιγάρο στο στόμα και φουμάρουν…», θα πει και θα κινηθεί στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Κάθισε στο δώμα του σπιτιού, έχοντας στο πλάι της το σκυλάκι που της κρατά όλες τις ώρες συντροφιά…

Αριθμός Προβολών: 1