Γράφει ο : Νίκος Καπελώνης (Κουρούτες    06/05/2011)

Καπελώνης Γεώργιος του Πανάγο (Παναγογιώργης) 09/07/1930-19/01/2011 (81 ετών )

Έβαλα ξύλινο σταυρό στον τάφο σου απάνω , να ξεχωρίζει  από μακριά κι από τσι μαρμαρένιους , γιατί κι εσύ ξεχωριστός ήσουνε  στη ζωή σου,  κι ήταν τα λόγια σου σοφά, σταράτα, μετρημένα,σα μου ’λεγες  εις  τη  ζωή  πάντα μου να προσέχω!

Ντροπή δεν είχε η δουλειά για τα δικά σου χέριακαι δούλεψες  απ΄ το χωριό μέχρι και στην Αθήνα κι έζησες και την κατοχή και τσ’ αλλαγές του κόσμου κι έλεγες «πολυτρέχομε»  και  «μέχρι που θα πάμε;» και «άραγε   αν(ε)  πέσομε ,  θα ξανασηκωθούμε;»

Φιλοξενία τι θα πει  ήξερες  κι  έδειχνές  το  κι ήταν το σπίτι σου ανοιχτό για συγγενείς και φίλους  και φρόντιζες  και  πάλευες  πράμα να μη τους λείψει, όσο κι αν ήταν δύσκολες οι εποχές κι οι χρόνοι κι ας είχες και στο σπίτι σου πολλές φορές στενάδα!

Στο λόγο τσ’  αντρικής τιμής  πίστευες  κι  έλεγές  το  και πάντα τσ’ οικογένειες ήθελες να μονιάζεις  κι  όπου  ’χαν παρεξήγηση, καυγά,  διαφωνία,  ήθελες τρόπος να βρεθεί και η δουλειά να σάσει και να μονιάζει το χωριό γιατί το αγαπούσες!

Κι έζησες πίκρες και χαρές και κούραση κι αρρώστια ,  μα ό,τι κι αν σου τύχαινε  πάντα κατάφερνές  τα  κι από τη «ζούγκλα» γλίτωσες  κι ήρθες ξανά στη Κρήτη,  μα σ’ όλ’ αυτά τα βάσανα και στσι χαρές  που τύχαν είχες γυναίκα δίπλα σου που στάθηκε σα βράχος!

Τη μάνα και τον κύρη σου και τα πεθερικά σου  τσι  σέβουσουν, τσι  φρόντισες ως τα γεράματά τους ,   γιατί σου δώκανε ζωή , σου δώκανε γυναίκα  και αξιώθηκες παιδιά κι απ’ τα παιδιά εγγόνια   κι   επήγαινές   τα στο σχολειό και πάντρεψες και ένα  κι έσυρες  πρώτος το χορό………….

Και  πρόλαβες και γέρασες κι είχες χαρά μεγάλη,  μα επεράσαν οι καιροί και διάβηκαν οι μέρες  κ’  ήρθε(ν)  η ώρα η ψυχή το σώμα να τ’ αφήσει , παλεύοντας με το θεριό που  ’χες στα σωθικά σου  κι ήταν αγώνας δύσκολος, άνισος κι όλο πόνους!

Δε ξέρω αν εστάθηκα  άξιος στο πλευρό σου,  ’κείνες  τσι μέρες τσι στερνές που πάντα θα θυμούμαι και  που θαρρώ δεν πρόλαβα να σ’ αποχαιρετήσω  κι απόψε μόνος στο χωριό γροικώ φυσές   τ’ αέρα,  «χύτη τον λένε»   μου ’λεγες ……..κι απόψε έχει πιάσει!

Κάθε του φύσημα γροικώ και τρέμει η ψυχή μου,  άραγε το γροικάς και  ’σύ   το φύσημα   τ’ αέρα  κι όσα  ’πο σένα αναπολώ και στο χαρτί τα λέω;   και πώς να σ’ αποχωριστώ……….

 

 

Αριθμός Προβολών: 15