Αναδημοσίευση από : madeincreta.gr

Κάποιες φορές της μέρας οι πλανόδιοι είναι περισσότεροι από τους… ντόπιους

Παρέα με την… εαυτή της όλες σχεδόν  τις ώρες της μέρας στο καφενείο της η Αργυρώ Ηλιάκη-Φουντεδάκη

Τόσοι πολλοί πλανόδιοι λιανοπωλητές εμφανίζονται καθημερινά στο χωριό, στις μοναχικές Βρύσες του Αμαρίου, που ορισμένες ώρες της ημέρας είναι περισσότεροι και από τους… ντόπιους! Και συμβαίνει αυτό, αφού για πολλά χρόνια ούτε περιβόλια καλλιεργούνται πλέον, ούτε φούρνοι ανάβουν μα ούτε και ένα μπακάλικο υπάρχει για να εξυπηρετήσει του λιγοστούς στην προμήθεια των βασικών ειδών του νοικοκυριού. Είναι τα φυσικά επακόλουθα της μαζικής φυγής του πληθυσμού, που συντελέστηκε στο έπακρο «τα τελευταία δέκα χρόνια, μπορεί και λίγο παραπάνω». Είναι χαρακτηριστική η θλιβερή διαπίστωση και πρόβλεψη που είχε απευθύνει ψηφοφόρος σε βουλευτή του στο χωριό, όταν έψαχνε τις ψήφους των κατοίκων: «Εκάμετε τα χωριά νεκροταφεία και δεν θα περάσει πολύς καιρός και θα γυρεύουν άνθρωπο να θάψει τον τελευταίο…»

Μόνιμος πλανόδιος στο χωριό ο μανάβης από τη Μεσαρά

Σε αυτό το ερημητήριο, που… ξυπνά μόνο όταν ακουστούν φωνές έκρηξης από τους ντόπιους που την επομένη θα διαπιστώσουν κάποια από τα υπάρχοντά τους στο σπίτι, στην αποθήκη ή στο χωράφι να λείπουν, ή από το θόρυβο που προκαλούν τα αυτοκίνητα που μετακινούνται προς το Άνω Μέρος και το Γερακάρι, ή από το θανατικό που χτύπησε το χωριό κάποιου ντόπιου ή χωριανού που ζει σε μια πόλη και θα τον ενταφιάσουν στα πατρογονικά του.

ΕΡΗΜΟΣ ΤΟΠΟΣ ΣΤΟ «ΚΕΝΤΡΟΣ»

Αυτό το… περιτύλιγμα της μοναχικής ζωής, που γίνεται ώρες-ώρες πληκτική και ανυπόφορη, φοράει την τελευταία δεκαετία η Αργυρώ Ηλιάκη-Φουντεδάκη που εγκαταστάθηκε νύφη στις Βρύσες από τον Άγιο Βασίλειο του δήμου Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου το 1985. Και τότε αλλά και για χρόνια μετά, έβλεπε ανθρώπους γιατί «τότε κατοικούσαν εδώ και τριακόσια άτομα, οι πόρτες ήταν ανοιχτές και άκουγες φωνές, τα τέσσερα καφενεία δούλευαν και υπήρχαν όλα τα μαγαζιά και ψώνιζες. Τώρα γίναμε έρημος τόπος που δεν μας ρωτούν αν ζούμε ή αν πεθάναμε. Εκεί καταντήσαμε…»

Μα αυτή η γυναίκα της… ησυχίας, ως φαίνεται, στο υπόβαθρό της κυκλοφορεί μόνιμα μόνο η σιωπή και δεν μπορεί την οχλοβοή γιατί έμαθε τόσα χρόνια και αδυνατεί να… γκρεμίσει τον γνώριμο τρόπο ζωής και να τον ξαναστήσει. Γι αυτό, και όταν βρεθεί στην πόλη του Ρεθύμνου, όσο σπάνια γίνεται αυτό, αναζητά το λημέρι της και «παρακαλώ να φύγει ο χρόνος γρήγορα» και να επιστρέψει στο ησυχαστήριό της για να μπει ξανά στο πρόγραμμα της καθημερινότητας. « Δεν την μπορώ την πόλη», αποκαλύπτει. «Υπάρχει μέρα που δεν βλέπω άνθρωπο παρά τους μανάβηδες και τους φουρνάρηδες. Μόνο φουρνάρηδες έρχονται πέντε από τον Φουρφουρά, τη Λοχριά, τις Καμάρες, το Σπήλι και το Βενεράτο», συνεχίζει. «Δεν μπορούσα να φανταστώ πως οι Βρύσες θα έμεναν με τόσους λίγους που μείναμε και αυτοί μεγάλοι άνθρωποι, οι πιο πολλοί πάνω από 75 χρονών…»

Αργότερα θα εμφανιστεί και ο φούρναρης

ΑΛΛΑ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΑΛΛΑ ΚΛΕΙΝΟΥΝ

Και τι να κάνει σε ένα περιβάλλον που… σκοτεινιάζει κάθε χρόνο και περισσότερο από πληθυσμό; Οι νέοι εγκατέλειψαν και στέριωσαν στις πόλεις και οι ηλικιωμένοι κρατούν ακόμα στη ζωή τον τόπο τους μέχρι την οριστική τους αναχώρηση για το ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ίσως τότε και αυτός ο μαρτυρικός τόπος του ηρωικού « Κέντρους» που σφαγιάστηκε στις γερμανικές θηριωδίες, να κλείσει οριστικά την ύπαρξή του και να παραδοθεί στον ανελέητο χρόνο γιατί, φαίνεται, πως αυτή είναι η μοίρα του και όσο αντέξει ακόμα…
Κοντά και δίπλα οι άλλοι οικισμοί, άλλωστε, όσοι δεν… έκλεισαν έχουν μπει με ανίατη αρρώστια στην εντατική και αργοπεθαίνουν, όπως ο ιστορικός  Σμιλές με τα τουρκικά απομεινάρια και οι Γουργούθοι που έμειναν χρόνια τώρα από κατοίκους αλλά και οι Δρυγιές με το Καρδάκι που ίσα που… αναπνέουν ακόμα. Αλλά για πόσο;

Αριθμός Προβολών: 7