Ομιλία από τον κ. Φουντεδάκη Νικόλαο του Μ. συνταξ. εκπ/κο

Φέτος συμπληρώνονται 73 χρόνια από την αποφράδα  » Τρίτη 22 Αυγούστου 1944» που η φρίκη της δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Μεγάλη τιμή και ευθύνη αισθάνεται όποιος αναλάβει να ιστορίσει με μια ολιγόλεπτη ομιλία όσα δραματικά έγιναν σ’ αυτόν εδώ τον μαρτυρικό  χώρο την ημέρα εκείνη .

Ευθύνη απέναντι στους προκείμενους νεκρούς, που οι ζωές τους έγιναν παρανάλωμα πυρός, αλλά ευθύνη και απέναντι στους νεότερους -σε όλους εμάς- να περιγράψει τα γεγονότα και το κλίμα που επικρατούσε εκείνες τις μέρες σε όλα τα ολοκαυτωμένα χωριά. Όχι για να ξύσει πληγές, αλλά για να μην αφήσει να ξεχαστούν οι θηριωδίες που έγιναν από τους αιμοσταγείς εκτελεστές του Ναζισμού. Ευθύνη να μην αφήσουμε, έστω κι αν οι πρωταγωνιστές έφυγαν, την τραγωδία, κατά την Αριστοτελική έκφραση, ανολοκλήρωτη χωρίς δηλαδή » την κάθαρση”, την δικαίωση.

Mια  μέρα, σαν την σημερινή, συνολικά 164 άτομα,158 άνδρες και 6 γυναίκες από τα  χωριά Άνω Μέρος, Δρυγιές, Σμιλές, Βρύσες, Καρδάκι ,Γουργούθοι, Γερακάρι και Κρύα Βρύση, πάνω στο άνθος της ηλικίας τους, έδωσαν την ζωή τους και πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της Λευτεριάς.

Το πρωί της μέρας εκείνης, τα προαναφερθέντα 7 χωριά του Δήμου Αμαρίου και η Κρύα Βρύση του Δήμου Αγίου Βασιλείου, βρέθηκαν κυκλωμένα από τα Γερμανικά αποσπάσματα χωρίς ουσιαστικά οι κάτοικοί τους να έχουν τρόπο αντίδρασης ή διαφυγής.

Σε όλα τα χωριά εφαρμόστηκε το ίδιο περίπου σχέδιο. Οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στον προαύλιο χώρο του σχολείου, ελέγχθηκαν οι ταυτότητες των ανδρών και εκείνους που επρόκειτο να εκτελεστούν τους έκλεισαν στην αίθουσα διδασκαλίας.       Μετά το ξεδιάλεγμα , διέταξαν τις γυναίκες να φύγουν για τα σπίτια τους και σε μία ώρα να γυρίσουν φέρνοντας ό,τι μπορούν να σηκώσουν και ένα οικόσιτο πρόβατο ή κατσίκα. Όταν έγινε αυτό, με φωνές και προπηλακισμούς, ξεκίνησε ένα ανθρώπινο κοπάδι από γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, που ενώθηκε με τους κατοίκους των άλλων χωριών, οδηγούμενο από γερμανούς στρατιώτες προς τον Μέρωνα. Εκεί ,κατά το βραδάκι, άφησαν τους περισσότερους ελεύθερους  με την εντολή ,να μην γυρίσουν στα χωριά τους και συνέχισαν για τα σύρματα στη Φορτέτζα με τους νέους και τις νέες 17 και 18 χρονών, που τους προόριζαν προφανώς για αιχμαλώτους στη Γερμανία.Ευτυχώς δεν πρόλαβαν γιατί κατέρρευσε το μέτωπο.

Μετά την απομάκρυνση του άμαχου πληθυσμού άρχισε η εκτέλεση.Δυο-δυο οδηγούνταν σ’ αυτόν εδώ τον χώρο που ήταν το σπίτι του Βαγγέλη Χ. Κορωνάκη ή Χαριτοβαγγέλη και εκτελούνταν.Ύστερα τους περιέλουσαν με εύφλεκτο υγρό και τους έκαψαν.Οι γερμανικές δυνάμεις παρέμειναν στο  χωριό για ακόμη οκτώ μέρες και λεηλάτησαν όλα τα σπίτια.Φεύγοντας ακολούθησε η ισοπέδωσή τους με δυναμίτες.

Όταν ύστερα από 10 μέρες οι επιζήσαντες και εκτοπισμένοι κάτοικοι ξαναγύρισαν , ακολούθησαν σκηνές ανείπωτης φρίκης. Θολώνει ο νους και σφίγγεται η καρδιά, σταματάει η σκέψη και αναρριγά η ψυχή, όταν αναλογίζεται εκείνες τις φρικιαστικές στιγμές μετά την καταστροφή. Στους δρόμους ζώα νεκρά, μισοφαγωμένα, έπιπλα διαλυμένα,  ρούχα και προίκες διαγουμισμένες, πιθάρια σπασμένα, κρασιά και λάδια στους δρόμους χυμένα. Το σχολείο καμένο, οι βρύσες και οι εκκλησιές ανατιναγμένες και τα ιερά βιβλία, τα σκεύη και οι εικόνες  στους δρόμους πεταγμένα. Όλα τα σπίτια γκρεμισμένα από τους δυναμίτες και τις εκρηκτικές ύλες που είχαν βάλει οι δήμιοι. Από τους τόπους των εκτελέσεων, όπως αυτόν που βρισκόμαστε εμείς σήμερα, αναδυόταν  φοβερή δυσοσμία και μια μυρωδιά καμένου σκέπαζε όλη την περιοχή.

Χαροκαμένες μάνες και κόρες, χήρες και αδερφές, γέροι γονείς και μικρά παιδιά έκλαιγαν και οδύρονταν και προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν και να θάψουν τους νεκρούς τους. Προσπαθούσαν να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή τους πάνω στα καπνίζοντα ερείπια των κόπων τους. Προσπαθούσαν να βρουν το κουράγιο και τη δύναμη να ξαναρχίσουν από την αρχή. Να παραμερίσουν τον πόνο και τη θλίψη και με υπομονή και επιμονή, με επίπονη προσπάθεια και σκληρό αγώνα να ξαναδημιουργήσουν σπίτια και οικογένειες.

Ο αείμνηστος ερευνητής αυτής της περιόδου Σπύρος Μαρνιέρος από το Γερακάρι γράφει:

»Με σατανική μεθοδικότητα,εξαιτίας της απαγωγής του Γερμανού στρατηγού Κράιπε (26 Απριλίου 1944) εκδικούμενοι συγχρόνως οι Ναζήδες και το ακατάβλητο αντιστασιακό φρόνημα του Κεδριανού πληθυσμού,ανενόχλητοι,ωσάν να επρόκειτο περί αοράτων δαιμόνων,λόγω και της πλήρους στην περιοχή μας, αποδιοργανώσεως στον τομέα της εγρήγορσης ….ισοπέδωσαν τα ως άνω χωριά»

Ένα ερώτημα που βάζουν οι περισσότεροι μελετητές της περιόδου εκείνης είναι, αν η ολοκαύτωση των χωριών του Κέδρους έγινε πράγματι ως αντίποινα για την απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Κράιπε, όπως ειπώθηκε, ή έγινε με καθαρά στρατιωτικά κριτήρια, με ψυχρή λογική, μεθοδευμένα και συντεταγμένα, ως πράξη προληπτικής τρομοκρατίας, προκειμένου να γίνει η σύμπτυξη- υποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων προς τα δυτικά χωρίς τον κίνδυνο να τους πλαγιοκοπήσουν οι ανταρτικές ομάδες που δρούσαν στα Αμαριώτικα.

Όποια κι αν είναι η πραγματική αιτία αυτής της απάνθρωπης συμπεριφοράς, ένα είναι σίγουρο: υπήρξαν θύματα «κατόπιν ωρίμου σκέψεως». Υπήρξαν θύματα μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας, του ναζισμού-φασισμού, που περιφρονούσε την ανθρώπινη ζωή, που ονειρεύτηκε την παγκόσμια κυριαρχία, που πίστευε στην φυλετική καθαρότητα και την εξαφάνιση των αντιπάλων με τη γενοκτονία. Υπήρξαν θύματα μιας ιδεολογίας, που οδηγεί στον φανατισμό και στην αποκτήνωση, με συνέπεια αιματοβαμμένες σελίδες για την παγκόσμια ιστορία.

Πλήρωσαν βαρύ τίμημα τα χωριά μας για την καθολική τους αντίσταση, που ξεκίνησε αμέσως από την πρώτη μέρα της Κατοχής. Στο βιβλίο του Μανώλη Παντινάκη «το Αμάρι στις φλόγες», διαβάζουμε τη διήγηση του Γιάννη Αδάμ Παραδεισανού, ενδεικτική του τρόπου σκέψης και αντίδρασης-αντίστασης του τοπικού πληθυσμού στην ανακοίνωση του στρατού κατοχής, να παραδοθούν όλα τα όπλα μετά την κατάληψη της Κρήτης. «Έρχεται, που λες, ο μακαρίτης ο Ζωιδάκης, υπενωματάρχης της Χωροφυλακής, και μας -ε-λέει: «Δε θα πάτε να παραδώσετε κανένα όπλο που κεντά! Μα πολεμικό είναι, μα κυνηγετικό είναι. Αν είναι κανένα σαράβαλο, άχρηστο, δυο-τρία τέθοια θα πάμε να παραδώσουμε στο σταθμό στ’ Αποδούλου για να καλυφτούμε. Και τ’ άλλα θα τα φυλάξετε, γιατί θα μας-ε-χρειαστούνε.» Αυτή η λέξη, αυτή η πρόταση, «θα μας-ε-χρειαστούνε», αποτυπώνει την πρώτη και αυτόβουλη-αυθόρμητη αντίδραση του ψυχισμού των κατοίκων της περιοχής μας. Φανερώνει το αδούλωτο πνεύμα. Φανερώνει αυτό που ήδη από την πρώτη στιγμή είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα ‘ρθει. Αντίσταση, όχι υποταγή. Αγώνας, όχι εφησυχασμός. Ελευθερία, όχι σκλαβιά. Έτσι ξεκίνησε η αντίσταση στο Αμάρι. Γιατί γεννήθηκαν και σε πολλούς άλλους αυτές οι σκέψεις. Απόδειξη υψηλού βαθμού συνείδησης και εθνικής αυτογνωσίας. Απόδειξη σεβασμού και τιμής των παρακαταθηκών και των επιταγών της ιστορίας μας.  Σε όλα τα χωριά στο Αμάρι δημιουργήθηκαν αντιστασιακές ομάδες από ψυχωμένους κατοίκους, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να δώσουν τα πάντα, για να διώξουν τον γερμανικό βραχνά από πάνω τους. Έγιναν κέντρα περισυλλογής, απόκρυψης,περίθαλψης  και φυγάδευσης Άγγλων, Αυστραλών, και Νεοζηλανδών στρατιωτών, που δεν έπεσαν ή δε συνελήφθησαν στη Μάχη της Κρήτης.

Έχουν περάσει 73 χρόνια ,από το ολοκαύτωμα των χωριών του Κέδρους , τον ποταμό αίματος που έτρεξε από τους τόπους των εκτελέσεων, τα συλλημμένα, πυρπολημένα και γκρεμισμένα σπίτια, την αναγκαστική προσφυγιά εκατοντάδων οικογενειών σε συνθήκες ανέχειας και δυστυχίας, την απαθλίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ας αναλογιστούμε τον γιγάντιο αγώνα των γονιών που επέζησαν να αναθρέψουν τα παιδιά τους και τα μαρτύρια , που πέρασαν όλες αυτές οι μαυροφορεμένες χήρες και τα ορφανά για να επιβιώσουν. Ας αναλογιστούμε πόσα παιδιά, δεν μπόρεσαν να σπουδάσουν  και καταδικάστηκαν σε μια σκληρή πραγματικότητα με μοναδικό στόχο, την επιβίωση. Ας αναλογιστούμε πόσοι απ’ αυτούς, που επέζησαν, αναγκάστηκαν από την φτώχεια και την ανέχεια, να κάμουν πέτρα την καρδιά τους, να παραμερίσουν τα συναισθήματά τους, να σφίξουν «καρδιά και νου»,  και να αναζητήσουν δουλειά στη χώρα που τους είχε καταστρέψει.

 

Και όλα αυτά τα χρόνια η Γερμανία, η δημοκρατική, η μεταπολεμική, η επανενωμένη Γερμανία (όχι η ναζιστική, η σκληρή και κτηνώδης) δεν έκανε τίποτα ,για να βοηθήσει τον αγώνα αυτών των αθώων θυμάτων.

Τα εγκλήματα πολέμου, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν παραγράφονται ούτε μετατρέπονται σε στιγμιαία. Πόσο μάλλον όταν οι ίδιοι ,που τα διέπραξαν, οι θύτες, δεν έχουν το θάρρος να τα αναγνωρίσουν, να ζητήσουν έμπρακτα και ειλικρινά συγγνώμη και να αποδώσουν τις τιμές και ό,τι οφείλουν στα θύματά τους. ”Και ένα μάρκο να ήταν”όπως γράφει στο βιβλίο του ο αειθαλής αντιστασιακός Μανόλης Γλέζος έπρεπε να έχει πληρωθεί. Όχι για να ξαναχτίσουμε τα σπίτια ή να αποζημιώσουμε τους νεκρούς, άλλωστε τα σπίτια τα ξανακτίσαμε και η ανθρώπινη ζωή δεν αποτιμάται, αλλά γιατί στην ουσία πρέπει να πληρώσει ο Ναζισμός-Φασισμός τα χρέη του προς την ανθωπότητα, να εκτίσει την ποινή που του επέβαλε η Ιστορία.Η Γερμανία δεν θα απαλλαγεί ποτέ από το άγος του Ναζισμού-Φασισμού όσο “το βαθύ κράτος” κρατά αυτή την περιφρονητική , υποτιμητική, και απαξιωτική στάση απέναντι στην Ελλάδα και στο θέμα των αποζημιώσεων-επανορθώσεων που της έχει επιδικάσει η Διεθνής διάσκεψη των Παρισίων(1946).    Η τυπική έκφραση συγγνώμης, από τον πρόεδρο της Γερμανίας Γιοακίμ Γκάουκ πριν λίγα χρόνια, δεν αρκεί.

Δεν τρέφουμε αισθήματα μίσους εναντίον του Γερμανικού λαού κι επιθυμούμε θερμά και ευελπιστούμε σε μια ειλικρινή φιλία.Θέλουμε όμως να στείλουμε το μήνυμα,ότι δεν ξεχνούμε και ότι  οι νέοι της Γερμανίας πρέπει να μάθουν τις φρικαλεότητες που έκανε το Γ΄Ράιχ στην πατρίδα μας.Ξέρουμε εξ άλλου πόσοι νέοι επιστήμονες έχουν μεταναστεύσει και εργάζονται εξ αιτίας της κρίσης σ’ αυτήν τη χώρα, η οποία, αν και έχασε τον πόλεμο των όπλων και των ιδανικών,κέρδισε τον πόλεμο του χρήματος και της οικονομίας.  Προϋπόθεση όμως της φιλίας είναι η αποκατάσταση του δικαίου.

Αλλά η ευθύνη βαραίνει εξίσου και τις ελληνικές κυβερνήσεις που ψιθυριστά «δουλοπρεπώς και ενίοτε» έθεταν το τεράστιο θέμα των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, μάλλον κινούμενες για δικό τους πολιτικό όφελος, κι όχι για τα πραγματικά συμφέροντα των θυμάτων και του ελληνικού λαού γενικότερα.

Έπρεπε να περάσουν κοντά 40 χρόνια , για να αναγνωριστεί η εθνική αντίσταση. Η ενιαία και καθολική εθνική αντίσταση του αδούλωτου ελληνικού λαού.

Κι έπρεπε να φτάσει το 1995, όταν το νομαρχιακό συμβούλιο της Βοιωτίας, με νομάρχη τον αείμνηστο Γιάννη Σταμούλη, πήρε την απόφαση , να διεκδικήσει δικαστικά τις οφειλόμενες επανορθώσεις για τις ομαδικές σφαγές και τις καταστροφές, στις οποίες  είχαν αποδυθεί οι ναζιστικές ορδές, για να ξαναζεσταθεί και να πάρει νέα ορμή το θέμα των γερμανικών επανορθώσεων.

Σε πείσμα όσων πίστευαν ότι είχαν ξεμπερδέψει μ’ αυτά, ένα κίνημα διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών απλώνεται παντού.Το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης  των Γερμανικών Οφειλών έχει κάνει πολύ καλή δουλειά με την προβολή του αιτήματος ”Αποζημίωση και Δικαιοσύνη”.

Κυρίες και κύριοι

Αυτή η μέρα κάθε χρόνο είναι μέρα μνήμης.

Μνημονεύουμε μπροστά στο κατάλευκο αυτό μνημείο και τιμούμε τους νεκρούς, για να θυμηθούμε τη θυσία και την προσφορά τους.Είναι μέρα περισυλλογής,αυτοκριτικής και ανατροφοδότησης. H ιστορία διδάσκει και όταν αυτό δεν γίνεται, μοιραία την ξαναβρίσκουμε μπροστά μας. Δεν είναι πισωγύρισμα ,  λοιπόν,  η γνώση της ιστορίας και η ανάμνηση των γεγονότων αλλά εφαλτήριο και πηγή δύναμης, για να πάμε μπροστά. Παίρνουμε μαθήματα πατριωτικού, ηθικού αλλά και κοινωνικού προσανατολισμού, γιατί σήμερα, που ολόκληρος ο πλανήτης βρίσκεται σε κατάσταση ασταθούς ισορροπίας και σε πολλές χώρες τα φαντάσματα του Ναζισμού-Φασισμού επιστρέφουν με άλλα προσωπεία, αμφισβητώντας ανοιχτά τις θεμελιώδεις αρχές της Ε.Ε, εμείς εμπνεόμαστε από τη θυσία τους , από τις αρχές και τις αξίες που είχαν, οι οποίες ήταν αντίθετες με αυτές, που υπηρετούσαν οι κατακτητές. Εμπνεόμαστε από το μήνυμα που έστειλαν, που είναι “καταδίκη του Ναζισμού-Φασισμού και κάθε μορφής ολοκληρωτισμού”.

Δικό μας χρέος είναι να σκύψουμε για λίγο στη θυσία τους και να κρατήσουμε ό,τι είναι χρήσιμο να μεταλαμπαδεύσουμε στη νέα γενιά. Στη νέα γενιά, που της κλέψαμε τα όνειρα,που της προτείναμε κίβδυλα πρότυπα,που την αφήσαμε χωρίς ηθικά ερείσματα να παραπαίει σε μια κρίση αξιών άνευ προηγουμένου. Να καταλάβουμε ότι, πέρα από τις καθημερινές δυσκολίες της επιβίωσης, μέσα στην οικονομική δυσπραγία που βιώνει η πατρίδα μας, χρειάζεται τόνωση του εθνικού φρονήματος, αλληλοστήριξη, ομοψυχία και επίγνωση ότι οι σημερινές συνθήκες δεν μπορούν να συγκριθούν με τις τότε.

Αθάνατοι νεκροί. Η θυσία σας, το μεγαλείο και η δόξα σας, θα μείνουν αιώνια στη μνήμη μας. Θα είναι φάρος, που θα φωτίζει και θα παραδειγματίζει τις επόμενες  γενιές.

Σας ευχαριστώ πολύ για την υπομονή και προσοχή σας.

 

Αριθμός Προβολών: 77