Αναδημοσίευση από :

Τρία ζευγάρια ηλικιωμένων κρατούν ακόμα ζωντανό ένα χωριό

Έμειναν τρία ζευγάρια, άνθρωποι έξι και αυτοί ηλικιωμένοι, στον οικισμό του Αφρατέ στο Αμάρι! Όταν θα κλείσουν και αυτές οι πόρτες, θα… κλείσει και το χωριό και τότε θα μένει μόνο ως… ανάμνηση των γενεών και ως μια περιοχή που κάποτε ήταν «γεμάτη» από επαγγέλματα και ζωή. Όλα τα σπίτια εγκαταλείφθηκαν και είναι άδεια και μόνο σε τρία υπάρχει πλέον… ονοματεπώνυμο: ο Αντώνης και η Μαρία Πατεράκη, ο Βαγγέλης και η Μαρία Λιοδάκη και ο Γιώργος και η Αγγελική Καλαγασίδη. Νεότερος και των τριών ανδρών, γενναίων… φυλάκων του Αφρατέ, ο Πατεράκης, ηλικίας 74 χρόνων(!) και οι άλλοι δυο είναι στα 86 τους χρόνια…

«Είμαι στη γη από 14 χρονών…», λέει

Νέος άνθρωπος ούτε για δείγμα τις καθημερινές! «Φύγανε τα κοπέλια, ίντα να κάνουνε επαέ, πήγανε στσι πόλεις και απομείναμε ούλοι κι ούλοι εγώ με τη γυναίκα μου κι άλλα δυο αντρόγυνα», λέει ο… μικρότερος των κατοίκων, που επειδή είναι και ο πιο… νέος τους, δεν αποκλείεται να τον φωνάζουν και… Αντωνιό, όπως το συνηθίζουν στις μικρές κοινωνίες! Μάλιστα, ο ίδιος χρησιμοποιώντας το έμφυτο χιούμορ του, θα προσθέσει για το παρών και το μέλλον «Οι τελευταίοι ήμαστονε εμείς και γινήκαμε οι φρουροί του χωριού. Μα μου φαίνεται πως σιγά-σιγά θα πρέπει να βγάζομενε και σκοπιές! Ετσά που καταντήσαμε δεν βλέπω φως… »

«ΝΑ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΟΥΝΕ ΤΑ ΚΟΠΕΛΙΑ;»

Κι όταν θα «φύγουν» οι μεγαλύτεροι; Τότε, ο Πατεράκης ομολογεί ως έσχατη λύση την επιστροφή δίπλα στο χωριό του τις Λαμπιώτες,

από όπου ξεκίνησε: «Θα φύγω κι εγώ, ίντα θα κάμω, θα πάω στσι Λαμπιώτες που βαστούνε ακόμη. Τα χωριά στ’ Αμάρι εδιαλύσανε, νέοι δεν κάθονται, πόρτες σφαλίζουνε και δεν πιστεύω πως θα αλλάξουνε τα πράματα. Και γιάντα να κάτσουνε δηλαδή τα κοπέλια, να καταδικαστούνε;»

Σε σύγκριση με άλλα χωριά, που τους χειμώνες η εικόνα είναι όμοια… νεκροταφείου και το τελευταίο στέκι κατέβασε ρολά, εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά ακόμα. Ευτυχώς, μένει ανοιχτό έστω για τους μετρημένους και τους διερχόμενους το καφενείο όπου κάνουν στάση περαστικοί και φίλοι. Κάτι γίνεται τότε στη βαλτωμένη κοινωνική συναναστροφή οι ώρες «γεμίζουν» και οι… μπαταρίες της μοναξιάς γεμίζουν πάλι…

Παραβάλλει τις εποχές τις δικές του με τις σημερινές και κάνει τις διαπιστώσεις του: «Εγώ γεννήθηκα στσι Λαμπιώτες το ’40 και κατέβηκα στον Αφρατέ το ’64. Κακές εποχές τότες, λεφτά δεν υπήρχανε κι είχα τα βερεσέδια. Αναγκάστηκα να κάνω χοιροστάσιο για να ζήσω το σπίτι μου, μαύρα χρόνια! Αλλιώς ζούσαμε κι ο κόσμος δεν είχενε τα προβλήματα απού ‘χει σήμερο. Ρεύμα δεν είχαμε και φέγγαμε με τσι λύχνους κι είχαμε κι ένα σκαλίδι και φυτεύαμε τα περβόλια κι ένα αλέτρι και κάναμε χωράφι. Εδά τα πράματα έχουνε αλλάξει, τα έξοδα είναι πολλά και δεν ζεις. Η γενιά η δικιά μου τελειώνει και το ζήτημα είναι πώς θα περάσουν οι νέοι…»

ΑΠΟ 14 ΧΡΟΝΩΝ…

Ο ίδιος, κοινοτάρχης στις Λαμπιώτες οκτώ χρόνια, δεν άφησε ποτέ τη γη που έθρεφε το σπίτι του: «Είμαι στη γη από 14 χρονών και από το ’54 όπου είχενε δουλειά, μα στο μεροκάματο, μα στα χωράφια πήγαινα. Δεν είχενε «βαριούμαι»  ή από το απόθεμα που ‘χω θαζήσω, τα πράματα ήτανε ζόρικα. Και φτάξαμε να ‘χουμε πάλι στο σβέρκο μας τσι Γερμανούς που τότεσάς μας εσκοτώσανε και εδά πάλι μας σκοτώνουνε σιγά-σιγά με τον άλλο πόλεμο που μας κάνουνε…»

Φωτογραφία στις βρύσες στο χωριό Λαμπιώτες, στα τέλη της δεκαετίας του ‘50

Η φυγή των νέων ανθρώπων από την περιφέρεια και ο συνωστισμός τους στις πόλεις, ήταν αναμενόμενα: «Μπορεί να ζήσει ένα κοπέλι και να κάνει οικογένεια στον Αφρατέ ή σε άλλο χωριό του Αμαρίου;» διερωτάται. «Τα έξοδα και οι κόποι να καλλιεργείς ελιές δεν μπορούνε να καλυφτούνε από τα έσοδα. Τα λιπάσματα και τα μεροκάματα φτάξανε ψηλά και οι τιμές του λαδιού πέφτουνε. Και μια φορά όποιος είχενε λάδι ήτανε πλούσιος! Το ίδιο κι άμα έχεις πρόβατα με την ακρίβεια στσι ζωοτροφές και το κρέας. Πώς θα κάτσει, λοιπόν, ένα κοπέλι στο χωριό; Πώς θα ζήσει; Πάμενε σε διάλυση, από το κακό στο χειρότερο. Βάλανε και τσι φόρους στα χωράφια και στα ακίνητα και τρελάνανε τον κόσμο. Γυρεύουνε απίστευτα ποσά από τα χωράφια που ήταν γεμάτα ασπαλάθους, δεν καλλιεργούνται και δεν έχει κανένα εισόδημα ο ιδιοκτήτης. Βάλανε φόρους και στα μπετά και νομίζουνε πως ο κόσμος θα τσι πληρώσει. Πού θα τα βρει; Να φορολογήσει το εισόδημα του αγρότη, όχι τις χαλέπες, τσις αστιβίδες και τσ’ ασπαλάθους!»

Αριθμός Προβολών: 3