Αναδημοσίευση από : madeincreta.gr

Όταν έχασε τη λάμψη του ο χρυσός και όλα χάθηκαν…

Του Μανόλη Παντινάκη

Τα παιδιά του ορφανοτροφείου Ρεθύμνου στις 15 Ιουλίου του 1935,και ανάμεσα τους ο διευθυντής Δημόκριτος Ζεβελάκης. Όρθιος πάνω δεξιά ο επιστάτης Βιστάκης, και στα παιδιά στην πρώτη σειρά πρώτος αριστερά ο  Στέλιος Πολυχρονάκης και στη δεύτερη με το βέλος ο αδελφός του Γιώργος

Ταινία η ζωή του χρυσοχόου Γιώργου Πολυχρονάκη και πάντα στον ανήφορο. Πρώτα, όταν γεννήθηκε, στο σπίτι του στενού της οδού Καψάλη του Ρεθύμνου «με τις δυο καμαριέρες», ύστερα τα όνειρά του να γκρεμίζονται από το πάθος-δολοφόνο του πατέρα του, μετά ορφανοτροφείο- αποθήκη ψυχών, πόλεμος και κατοχή, ΕΠΟΝ και ΕΛΑΣ, Αθήνα και επιστροφή στη γη των Βρυσών Αμαρίου μέσα στη σιωπή και στο βουβό πόνο από το ολοκαύτωμα και τις εκτελέσεις των βαρβάρων…

 

Αυτή η διαδρομή των 89 χρόνων ως τα σήμερα, δεν είναι μυθοπλασία αλλά ένας ποταμός αναμνήσεων που χορεύουν με πολλές στροφές

πολυχρονάκης καμαριέρες εθνικόν ορφανοτροφείοΣήμερα στα 89 του χρόνια ο Γιώργος Πολυχρονάκης

στο στίβο της πολυετούς πορείας του. Τι κι αν είδε το φως της ζωής τον ανοιξιάτικο Μάρτη του 1924, που αρχίζουν οι εκρήξεις της φύσης στο σπίτι ενός γνωστού κοσμηματοπώλη της «παντέρμης πολιτείας» με τις «δυο καμαριέρες», του Γιάννη Πολυχρονάκη!

Ανασταίνεται ο Γιώργος, όταν μαρτυρεί το δρόμο του, ενώ σκάβει και κλαδεύει τα κλήματα του αμπελιού του, ένας και μοναδικός στη «Λιμάξα» των Βρυσών, σαν να θέλει να τα εμπιστευτεί στον εξομολόγο του: «Γεννήθηκα στις 3 του Μάρτη του 1924, έκλεισα τα 89 και μπήκα τα 90 χρόνια! Γεννήθηκα στο δρομάκι που βγάζει στη Μεγάλη Παναγία στο Ρέθυμνο, στο σπίτι του στενού που είχε ο πατέρας μου με τις δυο καμαριέρες. Ήμασταν πέντε αγόρια, ο Βασίλης, ο Λεωνίδας, εγώ, ο Παναγιώτης και ο Στέλιος και τώρα ζούμε ακόμη εγώ και ο Παναγιώτης. Ο πατέρας μου ήταν χρυσοχόος και είχε το καλύτερο χρυσοχοείο στην πόλη, αλλά…»

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΠΑΘΟΣ, ΣΤΟ ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ

Και μπορεί, τότε, ο Πολυχρονάκης ο κοσμηματοπώλης να ξεχώριζε ως… χρυσός  μέσα στο φτωχολόι της μικρής πολιτείας που στέναζε από τη μιζέρια, όμως του ήταν αδύνατο να εξημερώσει την αδυναμία του στα ζάρια! Μέχρι που το χρυσάφι έχασε τη λάμψη του και τα πάντα στο σπίτι του σωριάστηκαν. Από εκεί και μετά αρχίζουν οι μεγάλες ανατροπές.

«Ο πατέρας μου ήταν πολύ καλός  χρυσοχόος και είχε το καλύτερο χρυσοχοείο στο Ρέθυμνο, αλλά τι να το κάνεις που έπαιζε ζάρια και δεν άφησε τίποτα! Αυτό το πάθος τον «έφαγε» και πέθανε το 1934. Είχε πεθάνει και η μητέρα μου πριν, η Ευαγγελία Παττακού που ήταν από το Μοναστηράκι και μας προστάτευε η αδελφή της η Ειρήνη…»

πολυχρονάκης καμαριέρες εθνικόν ορφανοτροφείοΟι γονείς των παιδιών Γιάννης και Ευαγγελία Πολυχρονάκη, σε φωτογραφία του 1918

Και αφού τα παιδιά βίωναν τραγικές συνθήκες, κρίθηκε ως «αναγκαίο κακό» τα δυο αδέλφια  ο Γιώργος και ο Στέλιος , να βρουν προστασία στο «Εθνικόν Ορφανοτροφείον Ρεθύμνης» και μάλιστα σε μια περίοδο με κρίσιμες πολιτικές ανακατατάξεις. Παρέμειναν στο ίδρυμα εφτά χρόνια.

«Μπήκαμε στο ορφανοτροφείο του Ρεθύμνου εγώ και ο αδελφός μου ο Στέλιος, με διευθυντή τότε τον Δημόκριτο Ζεβελάκη από τα Χανιά. Ήταν καιρός του Μεταξά και ήλθε ένα έγγραφο το 1936 από το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και ζητούσαν να φύγει το ένα από τα δυο αδέλφια. Ευτυχώς έγιναν κάποιες παρεμβάσεις και μείναμε…»

ΣΤΗΝ ΕΠΟΝ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΕΛΑΣ

Έφηβος πλέον, στα 17 του χρόνια, όταν οι Γερμανοί εισβολείς επικράτησαν στην Κρήτη και αφού λόγω του πολέμου το ορφανοτροφείο έκλεισε, ο Γιώργος Πολυχρονάκης εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και μεγαλώνοντας αργότερα στον ΕΛΑΣ και στην ομάδα του καπετάν Λεμονιά…

Την πρώτη χρονιά της κατοχής, βγήκαν τα παιδιά στα σπίτια της πόλης και είπαν τα κάλαντα και πήγαν και στα επιταγμένα από τους Γερμανούς και μάλιστα, χωρίς να γνωρίζουν το νόημα των στίχων τους έδωσαν και μάρκα! Έχει ακόμα στη θύμησή του τους στίχους:

Χριστός γεννιέται σήμερα κι αυτή την άγια ώρα,
μ’ αγάπης έργα ευλογούν τα νιάτα πρωτοπόρα.

Χριστός γεννιέται σήμερα κι αν είναι ορισμός σας,
για τα μικρά φτωχά παιδιά δώστε τον οβολό σας.

Για του Χριστού τη γέννηση χτυπούν γλυκά οι καμπάνες,
και χαίρονται οι αλύτρωτοι χαροκοπούνται οι μάνες.

Η επαφή του με την τέχνη του χρυσοχόου, άρχισε από το εργαστήριο του Γιάννη Κουγιτάκη, ενώ παράλληλα υποχρεώθηκε στην καταναγκαστική εργασία των Γερμανών στις αποθήκες των Αρμένων και για ένα μικρό διάστημα ως γκαρσόνι στο εστιατόριό τους. Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και λειτούργησε ιδιόκτητο κατάστημα κοσμήματος στην οδό Μακρυγιάννη.

Με τη συνταξιοδότησή του επέστρεψε στην Κρήτη και στις Βρύσες Αμαρίου, το χωριό της συζύγου του, όπου παραμένει από το 1980. Ποιο γεγονός στην πολυτάραχη ζωή του τον συγκλονίζει ακόμα και σήμερα; «Με συγκλονίζει», απαντά, «ο θάνατος του πατέρα μου, που τον έχασα στα 9 μου χρόνια. Πέθανε από τη στενοχώρια του και μας άφησε στο δρόμο. Εγώ στην Αθήνα είχα στο μαγαζί μου εφτά παιδιά και όλα τους προκόψανε και πάντα έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω δουλεύοντας…» Το δάκρυ του με πολύ δυσκολία κρατήθηκε στα μάτια…

Αριθμός Προβολών: 37