Γράφει ο Μιχάλης  Παπαδογιάννης:

Αισθάνομαι την ανάγκη να παρουσιάσω τον αντάρτη Βασίλη Παπαδομανωλάκη, όπως τον περιγράφει ο θείος του Εμμανουήλ Μιχ. Παπαδογιάννης (ο Παππούς της αντίστασης) στα απομνημονεύματά του, που επεξεργάζομαι αυτή την εποχή,

Η επαρχία Αμαρίου μπήκε ξανά στόχος των Γερμανών και την 24ην Μαϊου 1944. Έγινε μεγάλη κυκλωτική επιχείρηση κατά την οποίαν στρατεύματα καταφθάνουν συντονισμένα και από τις τέσσερις κατευθύνσεις του ορίζοντα. Κατά την Στρατιωτική Διοίκηση Κρήτης ο στρατός που αναπτύχθηκε ανάμεσα στα βουνά Ψηλορείτη και Κέδρους είχε δύναμη 4.000 ανδρών, διέθετε πυροβολικό και αεροπορική υποστήριξη. Οι Γερμανοί κινήθηκαν από τις πληροφορίες ότι 1) έκρυβαν στο Αμάρι τον στρατηγό Κράϊπε που απήχθη στις 27 Απριλίου, 2) ότι θα εύρισκαν αντιστασιακούς και 3) τα όπλα που έφερε ο παππούς  από την Αφρική. Η αλήθεια ήταν ότι ο στρατηγός είχε φιλοξενηθεί στο Αμάρι αλλά είχε φύγει για το Κάϊρο στις 14 Μαΐου, πολλά όπλα είχαν ξεφορτωθεί στη νότια παραλία των Σαχτουρίων.

          Ξαφνικά έφθασαν οι Γερμανοί από Τυμπάκι (νότια), Σπήλι (δυτικά), Ρέθυμνο (βόρεια) και Μυλοπόταμο (Ανατολικά). Οι δικοί μας παρατηρητές είτε παραπλανήθηκαν από τους Γερμανούς είτε δεν γνώριζαν που βρισκόμαστε και δεν μας ειδοποίησαν έγκαιρα. Στο χωριό Λαμπιώτες, βρισκόμουν με τον οπλαρχηγό Πετρακογιώργη και τους Βασίλη Παπαδομανωλάκη, Κωστή Σιγανό και Μανώλη Σιγανό.

      Κατά τις 12 το μεσημέρι της 24ης Μαϊου άρχισαν οι Γερμανοί να βάλουν με πυροβολικό προς την κορυφή του λόφου Σάμιτος, όπου η εκκλησία του Αφέντη Χριστού, διότι εκεί υπήρχαν προσκυνητές τους οποίους προφανώς εξέλαβαν για αντάρτες. Ταυτόχρονα μάθαμε ότι Γερμανοί κινούνται από τα νότια βάλλοντες συνεχώς. Επειδή οι οβίδες έφθαναν κοντά μας και οι Γερμανοί πλησίαζαν, έστειλα τον ανεψιό μου Βασίλη να ανιχνεύσει αν ήταν ελεύθερος ο δρόμος διαφυγής προς βορειοδυτικά, τον Μέρωνα , αλλά στον δρόμο, το χωριό Οψηγιά, έμαθε ότι στρατιώτες έρχονται από τον βορρά (Γιούς τον Κάμπο).  Ο Βασίλης, γρήγορος την σκέψη και την κίνηση, πήγε να ερευνήσει την διαφυγή προς τα δυτικά αλλά έμαθε από περαστικούς ότι και από εκεί έρχονται Γερμανοί, μόλις είχαν περάσει τις Αραβάνες.

      Το ηλιοβασίλεμα συναντηθήκαμε στην προκαθορισμένη εκκλησία του Αγ. Κωνσταντίνου για να αποφασίσουμε τον ασφαλέστερο δρόμο διαφυγής, οπότε όμως όλοι είχαμε βεβαιωθεί ότι δεν μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τον κλοιό των Γερμανών. Τολμήσαμε να κρυφτούμε πολύ κοντά στην έδρα των Γερμανών επιτελών που συντόνιζαν την επιχείρηση κοντά στον κεντρικό δρόμο από το Ρέθυμνο. Στην τοποθεσία Φύκιρου, την φλέβα, όπου ενώνεται ο δρόμος με το ποτάμι μέσα σε μια πυκνή μυρτιά και ένα μεγάλο βάτο κρυφτήκαμε τρεις άνθρωποι, εγώ, ο Βασίλης και ο Ανίκητος Κυριακάκης για δύο μέρες και νύκτες, μέχρι το μεσημέρι της 26ης Μαϊου.  Από εκεί βλέπαμε του Γερμανούς σε απόσταση ολίγων μέτρων. Οι Γερμανοί ερευνούσαν όλη την επαρχία, σπίτια, ρέματα και χαράδρες, αλλά δεν κοίταξαν την περιοχή κάτω από τα πόδια τους.

     Το δεύτερο σφάλμα των Γερμανών ήταν ότι στις συνήθεις επιδρομές για συλλήψεις έστελναν ολιγομελείς ομάδες, συνήθως με κάποιον προδότη ντυμένο με Γερμανική στολή και εκπαιδευμένα σκυλιά. Αν και τώρα είχαν σκυλιά ασφαλώς δεν θα γλιτώναμε. Την 25ην Μαΐου, δευτέρα ημέρα της επιχειρήσεως, οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν πονηριά. Επέτρεψαν στους κατοίκους να μεταβούν στους αγρούς για τις γεωργικές εργασίες. Παρακολουθούσαν την ύπαιθρο και όπου έβλεπαν ανθρώπινη κίνηση έβαλαν με πυροβόλα και όλμους, προφανώς ελπίζοντας ότι θα παρασυρθούμε και θα αναμιχθούμε με τους αγρότες. Παράλληλα έκλειναν τον δακτύλιο και συνελάμβαναν όλους τους άνδρες από την ύπαιθρο και τα χωριά της επαρχίας, τους συγκέντρωσαν και τους οδήγησαν πεζούς στις Μέλαμπες για να τους ανακρίνουν. Πολλοί γνώριζαν για τα όπλα και την παρουσία μας αλλά ουδείς ομίλησε και εφόσον δεν πήραν  πληροφορίες, απέλυσαν τους κρατουμένους και αποχώρησαν. Στον κρυψώνα μείναμε 42 ώρες με το πιστόλι στο χέρι αποφασισμένοι να αμυνθούμε και να αυτοκτονήσουμε.

      Στις 10 το πρωί της 26ης Μαΐου οι Γερμανοί εξαφανίσθηκαν.  Ερημιά και ηρεμία παντού. Ο Βασίλης βγήκε πρώτος και γύρισε με την πληροφορία ότι οι Γερμανοί έφυγαν με όλους τους άνδρες. Ο Βασίλης και ο Ανίκητος γύρισαν στα χωριά τους να συνέλθουν και εγώ ξεκουράστηκα λίγο στο χωριό Πλατάνια, και μετά πεζός πήρα τον δρόμο για τον Ψηλορείτη. Δόξα τω θεώ που σωθήκαμε άλλη μια φορά.

Ο Βασίλης ήταν σεμνός και δεν αναφερόταν στην προσφορά του στην αντίσταση, όπως την ανωτέρω περίπτωση που ουσιαστικά έσωσε την ζωή του πατέρα μου. Καλό σου ταξίδι Βασίλη, ο εξάδελφος σου Μιχάλης Εμμ Παπαδογιάννης.

 

Αριθμός Προβολών: 3